Η φύση αυτής της ανατολίτικης αισθητικής στις τέχνες και στην καθημερινότητα, η φύση αυτής της ομορφιάς είναι αυτή των σκιών και του ομιχλώδους, ο όρος γέννησης και ύπαρξής της είναι το σκοτάδι και η ασάφεια, μια ομορφιά που είναι τέτοια γιατί είναι κρυμμένη, και αμυδρή, μισοϊδωμένη σαν μέσα σε όνειρο, αντίθετα με το αντικείμενο της δυτικής ομορφιάς που πρέπει πριν παραδοθεί στη θέα να στιλβωθεί και να φωτιστεί ολοκληρωτικά γιατί μόνον έτσι θα αναδειχθεί σε όλη του τη δόξα.

Junichiro Tanizaki



30.8.11

The Graveyard Shift

3 τα ξημερώματα , γυρνώντας από ξενύχτι ανηφορίζουμε γνωστό κεντρικό δρόμο.
Μισοζαλισμένοι απ’ το ποτό, μισοζαλισμένοι από τα γέλια, μισοζαλισμένοι από την αίσθηση της καλοκαιρινής υγρασίας στο λαιμό, στους ώμους, στο πρόσωπο, ατέλειωτες συζητήσεις στο δρόμο της επιστροφής, γκρίνια, ποιος ξυπνάει αύριο πρωινιάτικα, γέλια, άντε ρε, δεν τραβάει άλλο, θέλω διακοπές, κι άλλες διακοπές…..
Στρίβουμε στη γωνία, το γνωστό «café, γλυκό, κρουασάν» είναι σκοτεινό, δεν διανυκτερεύει.
Στην άκρη του πεζοδρομίου τρείς φιγούρες. Δεν πρόλαβε το βλέμμα μου να τις δει για πάνω από 3-4 δευτερόλεπτα….
Δυό γυναίκες, ένας άντρας, τρία τσιγάρα, τρεις καφέδες, κι ένα παιδί. Ίσαμε 5 χρονών, όχι παραπάνω.
Χαλαρά καθισμένοι οι δυό πάνω στο πεζούλι, η άλλη στο πεζοδρόμιο, τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, τα πλαστικά γάντια πεταμένα δίπλα, τα τσουλούφια ξεφεύγουν από το  γράμμα του νόμου ‘κάλυμα κεφαλής υποχρεωτικό για όσους εργάζονται σε χώρους παρασκευής τροφίμων’, πρόλαβα την αρχή ενός τεντώματος, έτσι, για να ξεμουδιάσει η πλάτη, και το χαμόγελο – υπονοούμενο ή το φαντάστηκα άραγε π’ ανάθεμα τις north μου; – αυτής προς αυτόν, το πιτσιρίκι μισοζαβλακωμένο πάνω στο πεζούλι, η μαύρη σακούλα με τα σκουπίδια περιμένει τον κουράγιο να την πάει μέχρι τον κάδο, κι εμείς, προσπερνάμε, μια στιγμή, δευτερόλεπτα, δεν μας πρόσεξαν, δεν τους προσέξαμε, μόνο συνεχίσαμε να γκρινιάζουμε, κουράζομαι, θέλω διακοπές, θέλω δίσκους, θέλω δυό μπουκάλια skinos ακόμα, κι εγώ θέλω να ξεχάσω τις τύψεις μου τότε που, σαν αυτήν τη μαμά απόψε, κοίμιζα τον Μ. στον καναπέ πίσω από το front desk, και μετά, τέτοια ώρα περίπου, graveyard time, τον έπαιρνα κοιμισμένο αγκαλιά για να  γυρίσουμε σπίτι.
Graveyard shift, εκτός από τις μικρές ιστορίες του Stephen King, είναι κι η βάρδια 23.00-07.00, ή η  κάθε νυχτερινή βάρδια.
Δεν λέω ότι είναι ήρωες, ή αξιοθαύμαστοι. Κάθε βράδυ χιλιάδες άνθρωποι κάνουν τη δουλειά τους, όπως την κάνουμε εμείς, οι nine to five kinda people.
Απλά, την επόμενη φορά που ο καφές στο 24ωρο  βγεί λιγότερο γλυκός ή ο περιπτεράς σου δώσει λάθος καπνό, σε παρακαλώ, μην τον κοιτάξεις αλλαζονικά, μη γκρινιάξεις…..