Η φύση αυτής της ανατολίτικης αισθητικής στις τέχνες και στην καθημερινότητα, η φύση αυτής της ομορφιάς είναι αυτή των σκιών και του ομιχλώδους, ο όρος γέννησης και ύπαρξής της είναι το σκοτάδι και η ασάφεια, μια ομορφιά που είναι τέτοια γιατί είναι κρυμμένη, και αμυδρή, μισοϊδωμένη σαν μέσα σε όνειρο, αντίθετα με το αντικείμενο της δυτικής ομορφιάς που πρέπει πριν παραδοθεί στη θέα να στιλβωθεί και να φωτιστεί ολοκληρωτικά γιατί μόνον έτσι θα αναδειχθεί σε όλη του τη δόξα.

Junichiro Tanizaki



31.10.20

Soul Cakes and more (όποιος φοβάται πέφτει και κοιμάται)

 




Σήμερα, που το πέπλο ανάμεσα στους δύο κόσμους, το δικό μου και τον δικό σας γίνεται τόσο λεπτό, θα σας περιμένω. Θ’ αφήσω ένα πιάτο στο τραπέζι, ίσως όχι-σίγουρα όχι-μ’ όλες τις λιχουδιές που σας αρέσουν διότι δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι το μικρό σας αλάνιαμπούμπα παύλα τσιτσάκι παύλα λοιπά γλυκόλογα είναι πλέον σκληρά εργαζόμενο κι ο χρόνος δεν είναι σχεδόν ποτέ με το μέρος της, λιχουδιές όμως θα είναι, και λικέρ πικραμύγδαλο απ’ τα χεράκια μου θα είναι και αυτό το υπέροχο κέϊκ μήλου με σιρόπι σφενδάμνου, το οποίο βεβαίως και θα αφιερώσω στις ψυχές σας, όλων εσάς που αγάπησα όσο δεν παίρνει άλλο, και δεν είστε πιά κοντά μου, αλλά, σαν επιλογή και σε αντικατάσταση των καθιερωμένων και παραδοσιακών αλλά ξενόφερτων soul cakes είναι κυρίως και αποκλειστικά για το αγόρι μου (διευκρινίζω: το μεγάλο αλλά ναι, ναι, και τα άλλα δύο θα πάρουν το μερίδιό τους) που μήνες μου ζητούσε μια μηλόπιτα σαν αυτές που μνημονεύουν στις αμερικάνικες ταινίες - γιου νόου απλπάινκόφι – βάλε και την πλύση εγκεφάλου του Lynch με τις «υπέροχες» κερασόπιτες του Twin Peaks, ξεστράτισα κι εγώ, αλλά, είμαι σίγουρη πως όσο σας αγαπώ με αγαπάτε  και δεν θα μου θυμώσετε.



Και μετά, θα βγω στην αυλή μου και θα χαζεύω το φεγγάρι, αυτή τη δεύτερη πανσέληνο του Οκτώβρη που ποιητικά βάφτισαν blue moon, κι αυτό το μοναχικό αστέρι που βρέξει χιονίσει σκάει μύτη κάθε βράδυ ακριβώς πάνω από την ταράτσα της κυρίας Μαρίκας κι ας μου εξηγήσει κάποιος (όχι απαραίτητα τώρα) γιατί ενώ η γη κινείται αυτό είναι πάντα εκεί…

Και θα σας αγαπώ πολύ-τα λοιπά περί χαλοουγουίν, πλαστικές τζαμποαράχνες και έτερες αμερικανιές μακριά από μας…..

Peter Paul and Mary στο player σε λούπα, γιατί ναι, η μαγεία υπάρχει….






17.4.20

Προδότης;




Σπάνια επισκέπτομαι τόπους λατρείας, λατρεύω το Θεό μου μέσα μου και στους δικούς μου βωμούς, πάντα όμως έριχνα ματιές θαυμασμού στους επιτάφιους, τους τόσο όμορφα στολισμένους, τους με τόση αγάπη και προσοχή φτιαγμένους, λες και το κάθε πέταλο ήταν ένα δάκρυ. η κάθε σταγόνα μύρου ήταν ένα αποχαιρετιστήριο χάδι, ποτέ τόση ομορφιά δεν πήγαινε χέρι χέρι με τόση θλίψη και φέτος, φέτος δεν ξέρω αν είναι στα επιτρεπόμενα ή στα απαγορευμένα και δεν σκοπεύω να βγώ για να επιβεβαιωθώ ή να διαψευσθώ, είπα απλά να φτιάξω τον δικό μου επιτάφιο, απλά, με λίγο πηλό που ξέμεινε από τα παιχνίδια του χαμπίμπη μου, και τα "αγοραστά" λουλούδια μου.... δοκίμασα διάφορες μουσικές για παρέα και κατέληξα πως η πιό ταιριαστή ήταν ο Αμλέτος του Faccio, όπως τον άκουγε η μάννα μου από την Φιλαρμονική-το πατρικό της ήταν ακριβώς απέναντι απ' το λιστόν μα εγώ Πάσχα στην Κέρκυρα δεν έχω κάνει ποτέ....
Ποιός είναι άραγε ο προδότης σ' αυτήν την ιστορία; αναρωτήθηκα, σ' αυτήν και σε όλες τις ιστορίες του κόσμου;

*

Εβαρυγκόμησα να κρίνομαι από τους άλλους
Σα νυχτερίδα από τις άλλες νυχτερίδες
Στη μούχλα μέσα, και μονάχα σα βραδιάζει
Σκιάχτρο κι εγώ, με τα’ άλλα σκιάχτρα να σαλεύω
Μες τα σκοτάδια κυνηγώντας την ψυχή μου

*

Ο Ιούδας είναι ο εκφραστής και ο απολογητής της σάρκας , ο «εξτρεμιστής» και ο «προβοκάτορας» που θα πάρει επάνω του την αμαρτία του φόνου και θα διεκδικήσει την επίγεια σωτηρία.

Ο Ιούδας δεν είναι ο προδότης. Είναι αυτός που πίστεψε περισσότερο από εκείνους που τον έκαναν προδότη. Προδότης μαζί και προδομένος, πρέπει πάντα να πεθαίνει μόνος, μακριά και από τους χριστούς και τους προμηθείς, χωρίς το πένθος των Ωκεανίδων και των μυροφόρων, χωρίς ανάσταση και χωρίς δόξα.

Ο Ιούδας είναι ο ανθρώπινος πυρήνας του θείου πάθους, η διασταύρωση του μεταφυσικού με το πολιτικό, η ανεκπλήρωτη ενότητα του εγώ και της ομάδας, το αιώνιο  άστεγο αίτημα, η αιώνια καταδικασμένη φωνή!

Ο Ιούδας είναι η διαμαρτυρία εναντίον του σχίσματος που χωρίζει την ανθρώπινη ουσία σε ψυχή και σε κορμί. Ο Ιούδας, η σάρκα και το πνεύμα ταυτόχρονα, είναι καταδικασμένος να μένει πάντα ξένος και απόβλητος από τις χωριστές γιορτές της σάρκας και του πνεύματος, αιώνια περιπλανώμενος, μετέωρος ανάμεσα στο εσταυρωμένο ιδανικό και το σκυλολόϊ που χλευάζει αυτό το ιδανικό.

Ολοένα οι κάκτοι μεγαλώνουν κι ολοένα οι άνθρωποι ονειρεύονται σα να ’ταν αιώνιοι. Όμως το μέσα μέρος του Ύπνου έχει όλο φαγωθεί και μπορείς τώρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο μαύρος όγκος που σαλεύει
Ο λίγες μέρες πριν ακόμη μόλις αναστεναγμός
Και τώρα μαύρος αιώνας.

Ξεκρέμαστος στο χρόνο, αιώνιο κουφάρι της ξερής συκιάς τραγουδάει γύρω από το σταυρό τον δικό του χλευασμό. Όμως ο χλευασμός του Ιούδα δεν είναι παρά η αδυναμία που εκδικείται τον εαυτό της στο πρόσωπο του κουρελή βασιλιά των Ιουδαίων.
Ο καταπιεσμένος μπήγει το κεντρί του εκεί που του επιτρέπει η εξουσία, δηλαδή στο ίδιο του το σώμα, ποτίζεται με όξος και χολή και τα καταφέρνει να μεθάει όπως θα μέθαγε με νέκταρ, η ερωτική εκδίκηση του προδομένου σώματος προς το πάντοτε αποδημούν πνεύμα.

*

Σωστός Θεός!  Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
έως ότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.
Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας
Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.

Ο αιώνιος φασισμός, αυτός που σφαγιάζει τη Λούξεμπουργκ και παίζει ποδόσφαιρό με το κομμένο κεφάλι του Άρη, είναι αυτός ο ματωμένος έρωτας του ταπεινού προς το υψηλό. Γιατί το υψηλό δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτόν τον έρωτα, ούτε το ταπεινό να λυτρωθεί από αυτό, μπορεί μόνο να τον μασκαρέψει, να τον παραμορφώσει, να τον φτύσει, να τον χλευάσει.

Με τι βιασύνη προχωρεί ο Ιησούς εφέτος
προς την Ανάσταση…
παραμερίζει πανέρια τεράστια
γιομάτα βιολέτες
 σπρώχνει τους αέναους παπάδες
τινάζει νευρικά προς τα πίσω τη μαλλούρα του
το γεγονός είναι ολοφάνερο: βαρέθηκε!

Ο Μάνος Χατζηδάκις είχε πει πως τα Χριστούγεννα είναι γιορτή για τα παιδιά και το Πάσχα είναι γιορτή για τους απελπισμένους. Για μένα, σκέφτομαι πως δεν είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο

**Πολύτιμες πηγές και συνοδοιπόροι στο προσκύνημα ο Νίκος Καρούζος, ο Οδυσσέας Ελύτης και βέβαια ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος με τις αναφορές του στην ποίηση του Σικελιανού και του Βάρναλη**

Καλή Ανάσταση να έχουμε με Υγεία και Δύναμη!!




14.4.20

Tell the rabble to be quiet-we anticipate a riot




Απ' όσο θυμάσαι τον εαυτό σου, ποτέ δεν έπαιξες κοριτσίστικα παιχνίδια-μόνο μια κούκλα είχες, κι αυτήν επειδή σ' ένα βιβλίο διάβασες για ένα κοριτσάκι που είχε ζητήσει την πιό όμορφη κούκλα του κόσμου κι αυτή ζήτησες κι εσύ, και στην πήρε η γιαγιά από την Πανελλήνιο Αγορά και την βάφτισες Έμιλυ και μέχρι εκεί ήταν με τα κοριτσίστικα παιχνίδια, τα βιβλία δεν περιλαμβάνονται, εδώ είχες Και κοριτσίστικα, αλλά σ' αυτήν την μεγάλη παρένθεση θα θυμηθώ ότι πιό πολύ σε συνάρπαζε ο Μιχαήλ Στρογκώφ και κλείνω την παρένθεση διότι ξεστράτισα, τα παιχνίδια σου λοιπόν ήταν τόξα και βέλη, κάπου το έχω γράψει ξανά-δεν θα ήσουν ποτέ o "καμπόης", με κάποιο τρόπο καταλάβαινες τη βία των κατακτητών και σεβόσουν τις παραδόσεις και τα τελετουργικά των Ινδιάνων, ήταν και πιό αθόρυβοι, οι άλλοι σκέτη φασαρία και καφρίλα, κι έτσι ο ρόλος σου στα παιχνίδια ήταν σχεδόν πάντα του χαμένου-αν μπορεί να δεωρηθεί χαμένη κάποια που μπορεί να διαβάζει τα ίχνη στ' άχτιστα τότε χωράφια αλάνες της Γλυφάδας, που ήξερε να σημαδεύει με το τόξο και να φτιάχνει γιατροσόφια με βότανα-και να ψαρεύεις ήξερες, και στο γήπεδο πήγαινες από τα πέντε σου, σε πήγαινε ο μπαμπάς, ολυμπιακός, πειραιώτης γέννημα θρέμμα κι εσύ πριν καν μάθεις να μιλάς καθαρά έλεγες είμαι αλανιαμπούμπα, ο ευρών τι σημαίνει αμοιφθήσεται και μερικοί βρήκαν να πουν-ψυχολόγοι γουαναμπί-ότι ο μπαμπάς σου ήθελε γιο και γι αυτό σε πήγαινε στο γήπεδο και για ψάρεμα και παρακαλώ, "ειδικοί", γκιβαςεμπρέηκ γιατί αν υπήρχε ένας μπαμπάς που να ήθελε κορίτσια και μόνο κορίτσια ήταν ο δικός σου κι ο τρόπος να το δείξει αυτό ήταν να μοιράζεται τα πάντα μαζί σου, και μόνο μαζί σου, στην άλη κόρη ατύχησε, αυτή ήθελε σαλόνια κι ωραία ρούχα και τσάϊ στο καλό σερβίτσιο και πολύ καλά έκανε, γιατί σε άφηνε μόνη σου μαζί του, κι ο μπαμπάς σου χάρισε ένα πικάπ Teppaz Lyon και εσύ άκουγες δίσκους κι όταν ο ξάδελφός σου, ο μοναδικός κι ο πολυαγαπημένος ξάδελφος ήρθε από ένα ταξίδι στο Λονδίνο-πόσο μακρινό φαινόταν τότε ένα ταξίδι στο Λονδίνο- εσύ θα ήσουν στα 12, κι αυτός στα 15, υποθετικά πάντα γιατί ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1970 αλλά σίγουρα όταν τον πρωτάκουσες ήσουν ακόμη στην αρχή της εφηβείας, τόσο άχαρη, τόσο άγουρη, πήγαινες στο σπίτι λοιπόν του αγαπημένου ξάδελφου και χάζευες την συλλογή του από Matchbox αυτοκινητάκια και να που κάνει μια και βγάζει τον δίσκο, το μόνο που θυμάσαι είναι το μωβ εξώφυλλο, σου δαβάζει: jesus christ superstar τι 'ν' τούτο τώρα αναρωτιέσαι, τον βάζει στο πικάπ και σου πέφτει ο ουρανός στο κεφάλι, ο μπαμπάς άκουγε κυρίως μαύρη μουσική, και κάτι ρόκια που μετά τα αποδόμησες, σα να λέμε ντιπ περπλ, αλλά ροκ όπερα; πρέπει να ακούσατε τον δίσκο εκείνη την μέρα τρεις τουλάχιστον φορές και μετά, δεν έχει σημασία πότε ήταν το μετά, είδες την ταινία τουλάχιστον επτάκις, το είδες και σε ελληνικό μιούζικαλ, θυμάσαι ακόμη τα ονόματα, Μάϊκ Ροζάκης, Τάκης Μπινιάρης,  Κρίστι Στασινοπούλου, Υβόνε Έλιμαν, Ιαν Γκίλαν-τώρα πιά ξεχνάς τι φαγητό έφαγες χθες αλλά τους στίχους τους θυμάσαι ακόμα και, όπως με όλα τα τοτέμ, Αυτόν τον δίσκο δεν τον αγόρασες ποτέ....

11.4.20

Magick



Υπάρχει κάτι μαγικό μέσα σ' όλην αυτή τη θλίψη, την καταστροφή, την απώλεια, αν το καλοσκεφτείς.

Σκέψου λίγο την καθημερινότητά σου τώρα. Έχεις κάτι που δεν το είχες πριν. Στάσου λίγο, κοίτα, κοίτα τι κάνεις κάθε μέρα, ξέρω, το κάνεις μηχανικά, πρόσεξε όμως:
Καταπιάνεσαι μ' ένα φαγάκι - έτσι το' λεγε η Εύη Βουτσινά και το κρατώ γιατί κρύβει τόση αγάπη μια τόση δα λεξούλα - ένα απλό φαγάκι, φτωχικό ίσως γιατις μέρες μας, καλομάθαμε βλέμεις με το σούσι και τις ταλιάτες, ας πούμε μελιτζάνες ιμάμ.
Τις κόβεις, τις αλατίζεις, τις στραγγίζεις, έτσι έκανες πάντα Ψιλοκόβεις τα κρεμμύδια και τα σκόρδα, έτσι έκανες πάντα. Μόνο που τώρα δεν βιάζεσαι, κι έτσι, όπως τα βάζεις απ' τη σανίδα στο μπωλάκι, τους δίνεις με το χέρι μια ανακατεψιά, έτσι, ανάλαφρα, σκέφτεσαι, όπως άφθονα και κατάλευκα στριφιγυρνάνε στο χέρι μου, έτσι άφθονα να 'ναι και τα καλά στη ζωή μου, φευγαλέα σκέψη, χαμογελάς - πως μου ήρθε τώρα αυτό - και συνεχίζεις...
Τηγανίζεις τις μελιτζάνες, σε μπόλικο λάδι, ή το κάνεις το φαγάκι σωστά ή το κάνεις υγιεινά, επιλέγεις το πρώτο, έτσι έκανες πάντα. Μόνο που τώρα δεν σε νοιάζει αν θα πιτσιλίσει το λάδι και θα σου κάνει τα πλακάκια χάλια, τώρα χαμογελάς που τις βλέπεις να χρυσίζουν κι αυτές, μ' ένα παράξενο τρόπο δεν πιτσιλάνε, δια δες!
Ανοίγεις το βάζο με την φρέσκια σάλτσα ντομάτας που είχες φτιάξει το φθινόπωρο-με το που ανοίγεις το καπάκι νιώθεις το άγχος που είχες τότε, πέρσι τον Σεπτέμβρη που την έφτιαχνες - πόσες ντομάτες να τρίψεις, πόσα βάζα ν' αποστειρώσεις, μισή μέρα είχες ελεύθερη - τώρα όμως μικρή μου, άδειασε το βάζο μέσα στο τηγάνι με τα κρεμμύδια, δεν έχεις άγχος, δεν έχεις ένοια, κοιτάζεις μόνο το κόκκινο να μπλέκεται με το άσπρο, τ' αρώματα να ξεχείνονται, τ' αρώματα να γεμίζουν το δωμάτιο, πασπαλίζεις αλάτι απ' τη θάλασσα της Κρήτης που σου έφερε ο γιός σου, απ΄τον δικό του τώρα πιά τόπο, και πιπέρι, ζάχαρη δεν χρειάζεται, η δικιά σου γλύκα περισσεύει, αλάτι να ξορκίσει το κακό που βρήκε τον κόσμο μας, πιπέρι για να είναι η ζωή πιό πικάντικη - ναικαλά, πες μου πως η ζωή σου δεν είναι αρκετά πικάντικη, θα μας τρελλάνεις τώρα - αυτά σκέφτεσαι και χαμογελάς, γυρίζεις την κουτάλα με μια ηρεμία που ποτέ δεν είχες, γυρίζεις με τη φορά του ρολογιού για να έρθουν καλά, μην ξεχνιόμαστε, είναι μαγική πράξη το μαγείρεμα σε κάθε μικρή του λεπτομέρεια, πες μου τώρα, τώρα που τέλειωσες με την προετοιμασία και παίρνεις το ψωμί που ζύμωσες κι έψησες νωρίτερα, τώρα που το κρατάς στα χέρια σου και το χαϊδεύεις πριν το κόψεις σε φέτες, πότε ήταν η τελευταία φορά που τα έκανες όλα αυτά και κρυφογελούσες, ή χαζογελούσες, πότε ήταν η τελευταία φορά που χάϊδεψες και μίλησες στο φαγάκι σου;

Οι καιροί δεν είναι απλώς δύσκολοι, έχεις πλήρη επίγνωση του ότι είναι καταστροφικοί, αλλά αυτή η υπέροχη αίσθηση του slow living, αυτή η ηρεμία που σου δίνει ο χρόνος που δεν είχες ποτέ μετά τα δεκαεφτά σου χρόνια, είναι η σανίδα σωτηρίας σου και ξέρω, γιατί σε ξέρω καλά, πως ποτέ δεν θα έχανες την ευκαιρία να πιαστείς απ' αυτήν...







8.4.20

Ημερολόγια Καταστρώματος: Didone Abbandonata (Day lost in counting...)




Να σου πω την αλήθεια;
Πολύ φοβάμαι, πως όλο αυτό, όταν περάσει δεν θα μας αφήσει καθόλου σοφότερους.
Ο κόσμος, εδώ και πολλές δεκαετίες βαδίζει ακολουθώντας το ρεύμα και μια πανδημία δεν θα τον κάνει να αλλάξει πορεία, έστω κι αν, βαδίζοντας αντίθετα με το ρεύμα δεν σημαίνει καθόλου ότι οπισθοδρομείς...
Σκέψου, όλα αυτά που μας φαίνονταν πιά οικεία (σε καιρούς προ πανδημίας), τα είχε γράψει ο Philip K. Dick από την δεκαετία του 60 ακόμη, κι όχι μόνο στο Ubik.
Όλα αυτά που μας φαίνονταν άγρια  (σε καιρούς προ πανδημίας) τα είχε γράψει ο Ballard και καιρός είναι να αρχίσουν να μοιράζουν το Running Wild στους γονείς ως βοήθημα διαπαιδαγώγησης.
Όλα αυτά που μας φαίνονταν (σε καιρούς προ πανδημίας) στέρηση προσωπικής ελευθερίας, τα έχει γράψει ο Spinrad, επίσης από τα τιμημένα 60ς.
Και για όλα αυτά που μας ταΐζουν  (σε καιρούς προ πανδημίας) μας είχε προειδοποιήσει στο "Τι ωραίο πλιάτσικο" ο Κόου, απ' την εποχή της αξιότιμης κυρίας Μαργαρίτας Θάτσερ.
Τότε ήταν ακόμη fiction, τώρα είναι reality, μια reality που τίποτα αισιόδοξο δεν προμηνύει.
Φοβάμαι, πως άν όχι με τον συγκεκριμένο ιό, με τον αμέσως επόμενο και πάλι πανίσχυρο απέναντι στον δήθεν πανίσχυρο άνθρωπο, το ήδη τρεμάμενο οικοδόμημα ευημερίας και προόδου θα καταρρεύσει εντελώς και θα καταλήξουμε σαν τους επιζώντες μιας παγκόσμιας καταστροφής στο Mad Max, στο Escape from New York, στο 28 Days Later κι άλλα νεότερα των οποίων οι τίτλοι μου διαφεύγουν, δεν μου διαφεύγει όμως η ουσία! Θα κρυβόμαστε, θα σκοτωνόμαστε για λίγες σταγόνες νερό ή ακόμα χειρότερα για μια χούφτα πετρέλαιο κι όχι δολλάρια - αυτός είναι ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος, όχι του Άλντους Χάξλευ αλλά ο καταδικός μας.

Στο πικάπ παίζει ένας δίσκος του Tartini με τον David Oistrakh, δώρο ενός καλού φίλου, τα λόγια του οποίου με ώθησαν να τον επιλέξω την συγκεκριμένη στιγμή:
"Η εγκαταλελειμένη Διδώ, σ' αυτήν την συγκεκριμένη εκτέλεση, δεν μοιάζει να υποφέρει από θλίψη μετά την εγκατάλειψή της από τον Αινεία, αλλά από μια ανείπωτη οργή!"

Δεν φοβάμαι λοιπόν, ούτε εγώ για το αύριο. Αλλά οργίζομαι!

2.4.20

Experts' opinion (Day 22)...




.... λένε λοιπόν οι ειδικοί ότι είναι σημαντικό τις μέρες αυτές για να μην πέσει η "ψυχολογία" μας - προφανώς η ψυχολογική μας κατάσταση είναι κάτι σαν τον δείκτη ντάου τζόουνς - θα πρέπει ν' ακολουθούμε την ρουτίνα που ακολουθούσαμε προ κορωνοϊού.
Λοιπόν, αγαπητοί ειδικοί, σχωρνάτε με, αλλά εγώ ως γνήσιος τοξότης και μάλιστα με ωροσκόπο υδροχόο, προτιμώ να σας αγνοήσω και να κάνω του κεφαλιού μου, πράγμα που όπως διαπίστωσα κρατά την "ψυχολογία" μου πολύ ανεβασμένη!

Κατ' αρχήν το βιολογικό μου ρολόϊ ρυθμίστηκε αυτομάτως να ξυπνά αργότερα. Κι αν υπάρχει κάτι που σέβομαι απεριόριστα είναι το βιολογικό μου ρολόϊ.  Κρατώ ακόμη το τελετουργικό 45άλεπτο προετοιμασίας πλήρους πρωινού - ποτέ δεν κατάλαβα γιατί κάποιοι περιμένουν να πάνε διακοπές για να φάνε μια ομελέτα - και κουβέντας με το αγόρι μου. Κατά τα λοιπά, θ' αφήσω το μαλλί μου να γνωρίσει την αίσθηση της απελευθέρωσης από τα κάθε λογής χημικά, και θα τριγυρνάω άβαφη και με τις φόρμες μου, απολαμβάνοντας αυτόν τον απροσδόκητα κερδισμένο ελεύθερο χρόνο. Και ναι, η αυτοπεποίθησή μου είναι πολύ καλά αγαπητοί μου ειδικοί, σας ευχαριστώ τα μάλα για το ενδιαφέρον, καθώς δεν εξαρτάται (η αυτοποποίθησή μου) ούτε από την  Estee ούτε από την κομμώτριά μου

Στα πλαίσια λοιπόν της μη ρουτίνας είδα την Ευτυχία, πολύ καλή ταινία θα έλεγα, αν, στη σκηνή με τον Τσιτσάνη ο δημιουργός δεν έκανε κάτι σαν την "Ωδή στην Δήμητρα Παπαδοπούλου" η μόνη ατυχής και εκτός τόπου και χρόνου σκηνή της ταινίας, μιας ταινίας που το μόνο που θα μπορούσα να της προσάψω είναι ότι ενώ διαδραματίζεται σε πολύ σημαντικές περιόδους της χώρας μας και όχι μόνο - καταστροφή της Σμύρνης, ΒΠΠ, εμφύλιος, χούντα - μέσα απ' την ζωή της Ευτυχίας δεν φαίνεται να περνάει τίποτα απ' όλα αυτά. Είμαι σίγουρη ότι μπορούσε να τα κάνει και τα δύο παράλληλα, αλλά πάλι, ξέρω εκ των έσω ότι ήταν επιλογή του να σταθεί καθαρά στην βιογραφία κι έτσι κακία δεν του κρατώ.
Είδα και μια σειρά που την παρουσίασαν σαν την καλύτερη έβερ του νετφλικσ και που φυσικά δεν ήατν η καλύτερη εβερ, ήταν όμως πολύ καλή και διδακτική καθώς δείχνει πως μια γυναίκα ασφυκτιά μέσα σ' ένα αυστηρά θρησκευτικό περιβάλλον και δεν ισχύει αυτό μόνο για το ιουδαϊκό περιβάλλον της Έστι, αλλά και για το ισλαμικό περιβάλλον της Γκάλι και της Σιρίν, μιας και πριν από το Unorthodox είχα δει το Fauda, και κάπως έτσι, με πολλές ταινίες, διαβάζοντας αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο, ζωγραφίζοντας, φτιάχνοντας λεμονάδα με τα υπέροχα λεμόνια του φίλου μας του Ντέμιαν κι ακούγοντας μουσικές, πέρασαν χωρίς να το καταλάβω 22 μέρες κι όλας, αν και θα πάψω να τις μετράω γιατί καμμιά σημασία δεν έχει.... το μόνο που με θλίβει είναι ότι όταν επανέλθουμε στην κανονικότητα, τα χάδια κι οι αγκαλιές θα ειναι πιά μετρημένα, κι εγώ είμαι χαδού, όσο δεν παίρνει χαδού... 


27.3.20

Ημερολόγια καταστρώματος: Day 15 (Time takes Time)




Ο χρόνος στο Μαγικό Βουνό δεν ήταν ο χρόνος των ρολογιών του σιδηροδρομικού σταθμού αλλά μάλλον ο χρόνος εκείνων των μικρούτσικων ρολογιών που η κίνηση των δεικτών τους παραμένει υπομικροσκοπική, ή, όπως το γρασίδι, που το μάτι δεν το βλέπει να αναπτύσσεται, μ’ όλο που αναπτύσσεται κρυφά, πράγμα που κάποια μέρα δεν θα μπορεί πιά ν’ αγνοηθεί.


Έτσι κι ο χρόνος στο Μαγικό Νησί δεν ήταν ο χρόνος του καλοκαιριού, της ξηρασίας και του πολύβουου πλήθους των τουριστών, ήταν ο χρόνος της επόμενης μέρας, της μέρας μετά την καταιγίδα-ήταν μετά το βράδυ που οι άνεμοι περνούσαν τα δέκα μπωφόρ κι εσύ καθόσουν κλεισμένη με σφαλισμένα τα πατζούρια-αν μπορούσες ας έκανες κι αλλιώς-παρέα με τον Ν και τον Μιχαλάκη, τον Ρόκυ, τον Μπρους και την Νίνα (οι εφτά ημιαδέσποτες γάτες περίμεναν υπομονετικά έξω απ’ την ξύλινη πόρτα), όλοι σχεδόν μια αγκαλιά περιμένοντας υπομονετικά να περάσει, το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα περάσει-ήταν ο χρόνος λοιπόν της επόμενης μέρας που ο ουρανός έμοιαζε τόσο καθάριος, τόσο απίστευτα μπλέ, όχι γαλάζιος, όχι τυρκουάζ ούτε μαύρος ή γκρίζος, όχι, ήταν αυτό το μπλε που μόνο στις Κυκλάδες μετά την καταιγίδα βλέπεις, απέναντι η Σίκινος, η Φολέγανδρος και στο διάβα σου σπασμένοι κορμοί δέντρων, κλαδιά που ξέβρασε η θάλασσα, ξεριζωμένα αρμιρίκια και τ’ απομεινάρια της θύελλας πιά ήταν αυτό που λένε οι ψαράδες φρεσκαδούρα… Ήταν οι περίπατοι δίπλα στη θάλασσα, με την άμμο να τρυπώνει αναιδέστατα στα παπούτσια, πόσο παράξενο αυτό που σαν παιδί της πόλης δεν μπορούσες στιγμή ν’ ανεχθείς τώρα να σου φαίνεται ονειρικό…




Ο χρόνος, μια γραμμή που συντίθεται από πλήθος αδιάσταλτων σημείων, είχε συνεχίσει με τον ερπόντως υπομικροσκοπικό, μυστικό και παρ’ όλα αυτά δραστήριο τρόπο του να επιφέρει αλλαγές.
Ο χρόνος  σήμερα δεν είναι τίποτα από τα παραπάνω. Είναι χρόνος αγωνίας για τους περισσότερους, είναι χρόνος αναρώτησης για τους ευαίσθητους, χρόνος που δεν περνάει με τίποτα για τους αμετανόητους εραστές του χθες όπως το ξέραμε, είναι χρόνος δημιουργικός για όσους μέχρι τώρα ποτέ δεν τον είχαν, είναι ο χρόνος σου όπως εσύ θα τον διαμορφώσεις. Σίγουρα δεν είναι χρόνος για μεμψιμοιρία, αλλά χρόνος αποφασιστικότητας. Ξέρεις πως τίποτα πια δεν θα είναι όπως ήταν, πως αν ξαναγυρίσουμε κάποτε στην κανονικότητα η κανονικότητα θα είναι τελείως διαφορετική, εσύ θα είσαι τελείως διαφορετική. Φτιάχνεις γύρω σου μια εικονική κανονικότητα. Γυρίζεις γύρω γύρω σαν το μελισσάκι, ετοιμάζεις το σπίτι σου στα χρώματα της άνοιξης, μιας άνοιξης που ημερολογιακά ήρθε αλλά κυριολεκτικά πέθανε πριν ανθίσει, φτιάχνεις τις κρέμες και τα σκραμπ σου και τα μαγικά σου σακουλάκια με άλατα για το μπάνιο, και τις αλοιφές και τα βοτανομίγματα, αν είσαι τυχερή και προσεκτική δεν θα τα μπλέξεις κι όλα καλά θα πάνε, θυμάσαι επιτέλους όσους ποτέ δεν προλάβαινες να θυμηθείς, έμαθες να διαλογίζεσαι, έμαθες να περιμένεις, έμαθες ακόμα και αντιμικροβιακό τζελ να φτιάχνεις, να πάνε να πνιγούνε οι μαυραγορίτες, κρατάς ανελλιπώς ενημερωμένο το ημερολόγιό σου, κι αν ο Β. αναρωτιέται πότε βρίσκεις χρόνο και κοιμάσαι, έχεις απάντηση και γι αυτό.


Ταινίες για τις μέρες της απομόνωσης πολλές. Θα σκεφτώ δύο που μοιάζουν με παραμύθι, γιατί χωρίς παραμύθι δύσκολα θα τα βγάλουμε πέρα. 



The Τale of the Princess Kaguya” είναι η πρώτη που μου έρχεται στο μυαλό, πάει καιρός που την είδα αλλά η μαγεία της με κρατάει αιχμάλωτη ακόμη.



Το “Moonrise Kingdom είναι μια ταινία φτιαγμένη λες για μένα. Όπως όλες οι ταινίες του Wes Anderson έχει για ηρωίδα ένα κοριτσάκι, ένα κοριτσάκι αθώο αλλά και λίγο όχι και τόσο αθώο, που πάντα βάφει έντονα τα μάτια του με μαύρο περίγραμμα κι όταν κλαίει το μαύρο ξεβάφει στα μάγουλά της, και ποτέ, μα ποτέ δεν ακούει την μαμά της αλλά ακούει πάντα τον μπαμπά της και δεν έχει «καλύτερη φίλη» γιατί έχει «καλύτερο φίλο» και έχει υπέροχο σάουντρακ, όλα αυτά ταμάμ για να πετάξουμε για λίγο μακριά, στη δική μας χώρα των θαυμάτων. 

Κι όποιος είπε στο μικρό μου λαμόγιο να μην πιστεύει στα θαύματα και να μην πιστεύει στις νεράϊδες μάλλον είναι πολύ θλιβερός τύπος…



23.3.20

Ημερολόγια καταστρώματος: Day 11

Κατάστρωμα, θα μπορούσε να είναι το μπαλκόνι. Μια ματιά στο δρόμο, ψυχή δεν κυκλοφορεί (ευτυχώς). Ενδέκατη μέρα περιορισμού κατ’ οίκον και πρώτη της απαγόρευσης της κυκλοφορίας (επίσης ευτυχώς), όπου η λέξη περιορισμός απεχθής καθόλου δεν θα ήταν αν δεν συνοδευόταν από την φράση «λόγω πανδημίας». Τα πιο τρελλά μου όνειρα, ή τουλάχιστον η πλειοψηφία τους, μέσα στο σπίτι διαδραματίζονται. Εγώ, Εσύ, οι δίσκοι, τα βιβλία, οι ταινίες, οι φίλοι, τα παιδιά, το εγγόνι – να που κι’ όλας από την επιτυχημένη εξίσωση αρχίζουν οι αφαιρέσεις: Δεν βλέπουμε φίλους, δεν βλέπουμε τα παιδιά. Προσθέτουμε όμως το βάρος των απωλειών ανθρώπινων ζωών. Πολλαπλασιάζουμε με τις απώλειες που θα έρθουν, κάθε λογής.





Ο εγκλεισμός εξακολουθεί να είναι ευχάριστος, φαντάσου ότι είμαστε εγώ κι εσύ, φαροφύλακες στο Janus, ή σ’ οποιοδήποτε άλλο ερημονήσι, να κρατάμε το δικό μας φως αναμμένο και να κάνουμε ό,τι ονειρευόμαστε. Αλλά μετά από αυτό, τίποτα δεν θα είναι πιά το ίδιο. Ούτε κι αυτό είναι απαραίτητα κακό, ή μάλλον, δεν θα είναι, αν μετά τη μπόρα καθίσουμε να αναρωτηθούμε, να επανεξετάσουμε τις αξίες της ζωής, θα ξανασκεφτούμε άραγε ποτέ πόσο πολύτιμα είναι αυτά που μέχρι τώρα θεωρούσαμε δεδομένα; Από τα πιό απλά, τα ψώνια στο μπακάλικο ή τη βόλτα στο πάρκο, από τα πιο δυσάρεστα, το στριμωξίδι τον ηλεκτρικό ή τις δημόσιες υπηρεσίες, απ’ τα πιο καταναγκαστικά, το καθημερινό οχτάωρο ή την επίσκεψη στην γκρινιάρα θεία-μέχρι τα όμορφα, τις συναυλίες, τα ταξίδια, τα βράδια με το μικρό λαμόγιο που νομίζει ότι μεγάλωσε κι επειδή διαβάζει μπορεί να βλέπει ταινίες για μεγάλους κι όχι άλλα παιδικά, αλλά βεβαίως ο Harvey Dent του πέφτει λίγο βαρύς και βάζει τα κλάμματα, τα potluck nights με τους φίλους μας, καλά, θα με ρωτήσεις τώρα τι είναι τα potluck nights και θα σου πω βασικά αυτό που λέμε ρεφενέ, αλλά μην ανησυχείς γλυκό μου αγόρι που δεν το ξέρεις, είναι γιατί στην ουσία ποτέ δεν κάναμε potluck nights, πάντα εγώ μαγείρευα, αλλά το έγραψα έτσι, γιατί μου άρεσε σαν ιδέα, εμείς εδώ αλλιώς είμαστε μαθημένοι κι άμα καλούμε μαγειρεύουμε οι ίδιοι, άσε που με την πλειονότητα των φίλων μας να είναι εργένηδες, χωρισμένοι, kings of delivery ή απλά άνεργοι, συνήθως τους επισκεπτόμαστε με το μαγικό μας καζάνι ανά χείρας.
Τέλος πάντων, αυτό που ήθελα εξ αρχής να καταγράψω στα ημερολόγια εγκλεισμού είναι η λίστα των «ταινιών καταφυγίου» ή αλλιώς «desert island movies», αρχίζοντας με δύο τελείως διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες, αλλά πολύ συνειδητά για δύο τελείως διαφορετικούς λόγους.
To Das Boot, θα βοηθήσει (the hard way, αλλά θα βοηθήσει) να ξεπεράσουμε το όποιο κλειστοφοβικό συναίσθημα μπορεί να νιώθουμε μιας και ως γνήσιοι Έλληνες εγκλεισμό δύσκολα υπομένουμε. Τρεισήμισι ώρες σε ένα γερμανικό υποβρύχιο, αυτό κι αν είναι κλειστοφοβία, αλλά η ταινία είναι εκπληκτική και βλέπεται μονορούφι.
To The Secret of Kells πάλι, είναι η μαγεία που θα μας μεταφέρει σ’ ένα αλλιώτικο σύμπαν όμορφο και τρομακτικό ταυτόχρονα, αλλά και η μαγεία που θα πρέπει εμείς να βάλουμε στην ζωή μας για ν’ αλλάξουμε αυτό το δυστοπικό σήμερα.





Λυπάμαι μόνο, μικρό μου που δεν μπορώ να σε γαργαλήσω….

21.3.20

Εαρινή Ισημερία

Ας αφήσω αυτό το σημαδάκι εδώ, για να σου θυμίζει μετά από χρόνια μικρέ μου πρίγκηπα, πως λίγο πριν κλείσεις τα οχτώ σου χρόνια, μια πανδημία που βαφτίστηκε covid-19 ήρθε-ελπίζω όχι για να μείνει. ψέμματα: έχω πλήρη επίγνωση του ότι θα μείνει αρκετά και θ' αλλάξει τις ζωές μας για πάντα.

Υπό κανονικές συνθήκες, χθες θα γιορτάζαμε την εαρινή ισημερία. Εσύ, σαν μικρός μάγος, θα την έλεγες Ostara.
Δεν θα πήγαινες "ειδικώς εν προκειμένω" αυτή τη μέρα στο σχολείο, και δεν θα πήγαινα στην δουλειά. Θα πηγαίναμε στις πλαγιές της Πάρνηθας να μαζέψουμε αγριολούλουδα και βότανα για τα μαγικά μας τσάγια και τα μαγικά μας φίλτρα.
Στο σπίτι, θ' αλλάζαμε την διακόσμηση που με τόση χαρά και έμπνευση είχαμε φτιάξει το προηγούμενο sabbat.
Τα κεριά μας θα ήταν όλα παστέλ: πράσινα, κίτρινα, ροζ, γαλάζια.
Θα βγάζαμε τα ξύλινα λαγουδάκια απ' τη χειμερία νάρκη τους και θα τα στήναμε τριγύρω, μαζί με φωλιές για τ' αυγά-βεραμάν, ροζ και γαλάζια κι αυτά....
Κίτρινες και πράσινες κορδέλλες θα κρέμονταν απ' τις κουρτίνες μας.
Θα σκορπίζαμε παντού τα φύλλα της καλέντουλας που μαραίναμε από την περσινή σοδειά, να γεμίσουν το σπίτι ένα γλυκό πορτοκαλί χρώμα, κι' όσα δεν σκορπίζαμε θα τα ρίχναμε στην τσαγιέρα-ναι, μετά από τόση δουλειά, χρειαζόμαστε λίγη από την μαγεία των βοτάνων μας...
Μετά, αποκαμωμένοι θα πηγαίναμε στο μικρό σου teepee.
Εκεί, που σαν φυλαχτό κρέμασες ένα ξύλινο λιοντάρι, θα με προσκαλέσεις για να μπω. Κι εγώ, σαν δώρο, θα σου φέρω τρεις κρυστάλλους να σε προστατεύουν και να σου χαρίζουν το φως τους: Μια φεγγαρόπετρα, έναν αμέθυστο κι ένα περίδοτο.
.
.
.
Όταν λοιπόν μετά από χρόνια θα διαβάζεις αυτό εδώ, θα ξέρεις πως προσπάθησα να κάνω όσα μου επιτρέπονταν, απ' όσα θα κάναμε αν είμαστε μαζί.
Δεν ξεμυτίζουμε πιά απ' το σπίτι παρά μόνο αν μας λείψει κάτι πολύ απαραίτητο.
Τα βότανα και τα τσάγια μας είναι μακριά και το απόθεμα αρχίζει να λιγοστεύει, λουλούδια δεν μπορούμε να μαζέψουμε - οι Αθηναίοι ξεχύθηκαν σαν τρελλοί στην Πάρνηθα, ταμάμ για ν' αρπάξεις τον ιό απ' τον οποίο με τόση καλοτυχία ξέφυγες μέσα στα τραίνα. Για καινούργιες κορδέλλες ούτε λόγος.
Αλλά, μικρό μου Ινδιανάκι, η μαγεία είναι μέσα μας, μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό.



Τα λαγουδάκια ξύπνησαν και βρήκαν τη θέση τους στην πιό πράσινη γωνιά του σπιτιού





Τα κεριά ήταν μόνο κίτρινα και πορτοκαλιά, κι αντί για φρέσκα λουλούδια αφήσαμε στολισμένες τις πρασινάδες από τον γιορτασμό του Imbolc-κι ας πέρασε κοντά ενάμισης μήνας, αυτά κρατάνε ακόμη.





Οι λεβάντες μας δεν άνθισαν ακόμη, κι έτσι μας λείπει το αγαπημένο μου μωβ, όμως το αχνοπράσινο των φύλλων τους κάνει όμορφη παρέα με το χρυσοπράσινο του αρισμαρί

αλλά ξέρεις πιό είναι το πιό όμορφο απ' όλα;

Πως όλος ο κόσμος που περιδιαβαίνει τα στενά της κεντρικής και πολύβουης αυτής συνοικίας, της τόσο κοντά στο κέντρο της Αθήνας, ούτε που μπορεί να φανταστεί πως μέσα σ' αυτό το διαμέρισμα και τους τσιμεντένιους τοίχους του κρύβεται η καλύβα μιας μαγισσούλας και η βεράντα του είναι το μαγικό της δάσος.
Έλα τώρα, σε πεθύμησα - πάνε δυό βδομάδες μακριά σου, βάζω το τσαγιερό στη φωτιά, ετοίμασε την κούπα σου κι ας κάνουμε μια βιντεοκληση!

6.11.19

Spark(s) and Sparkle(s)




Νομίζω ότι τον τελευταίο καιρό συχνά πυκνά αναζητάς τη χαμένη λάμψη
Ή τη σπίθα που άναβε τη φωτίτσα και την έκανε να λάμπει.

Δικό σου το πρόβλημα μικρή, δική σου κι η αναζήτηση της λύσης του...

6.9.18

Natasha




Όλα αυτά τα χρόνια πέρασαν πιστεύοντας πως η Νατασσία ήταν ένα κορίτσι, μια γυναίκα, μια μαμά άχρωμη, άγευστη και άοσμη. Όλα αυτά τα χρόνια πέρασαν πιστεύοντας πως σ’ όλες τις αναμνήσεις της πρωταγωνιστούσε ο μπαμπάς, κάθε κορίτσι εξάλλου που σέβεται τον εαυτό του είναι το κορίτσι του μπαμπά του, έτσι δε λένε; Κι η Νατασσία δεν ήταν καθόλου εντυπωσιακή, καθόλου ζωηρή, καθόλου επιδεικτική, χώρια που δεν είχε καταφέρει να μάθει γαλλικά κι ας είχε γαλλίδα νταντά σε μια οικογένεια που όλοι ήταν με τα γαλλικά τους (αλλά χωρίς πιάνο), δεν ήξερε ξεκαρδιστικά αστεία ούτε είχε βραβευθεί από την Διάπλασι των παίδων όπως η δική της μαμά, κι αν είσαι κορίτσι αγοροκόριτσο και πύρκαυλος τοξότης όλα τα παραπάνω είναι αν όχι αιτία πολέμου, αιτία αδιαφορίας σίγουρα.
Μέχρι που ένα απόγευμα σ’ ένα καφέ της παρηγοριάς για κάποιον που έφυγε, έμαθες πως αυτή, η βαρετή Νατάσσα που θυμόσουν, λίγο καιρό πριν εσύ ανοίξεις για πρώτη φορά τα μάτια σου, ήταν η ψυχή της παρέας. Μιας παρέας στον Πειραιά του τέλους των 50ς που κάθε βράδυ μαζευόταν σε κάποια από αυτές τις παλιές μονοκατοικίες κι έκαναν πάρτι κι εκεί, η Νατάσσα, η δική σου Νατάσσα χόρευε ξέφρενα ροκεντρόλλ, και όλοι – όσοι απέμειναν τουλάχιστον – θυμούνται πως χόρευε καλύτερα απ’ όλους, και έκανε κι αυτή τη φανταστική φιγούρα που μετά από τη στροφή περνάς κάτω από τα πόδια του παρτεναίρ σου παρακαλώ, ναι, αυτό που δεκαεφτά χρόνια μετά προσπάθησες να κάνεις κι εσύ όταν είδες το grease και το κατάφερες, οκ, αλλά δεν είσαι εσύ το θέμα μας μικρό εγωκεντρικό ινδιανάκι, αλλά Αυτή, χώρια που έμαθες ότι η ίδια Αυτή, η δική σου Νατάσσα, η δική σου μαμά, ήταν – bold and underlined - η ψυχή της παρέας, κι ήταν πάντα γελαστή και γεμάτη ζωή και φυσικά πανέμορφη-καλά, αυτό δεν το αμφισβήτησε ποτέ κανείς-κι όταν το’ μαθες από τον Δημήτρη τον Δρίτσα ήταν κάτι σαν epiphany και είδες τον κόσμο με άλλα μάτια, είδες την Νατάσσα με άλλα μάτια, γιατί, αυτό που δεν είχες μπορέσει όλα αυτά τα χρόνια να καταλάβεις ήταν πως η Νατάσσα δεν έπαψε ποτέ να είναι ένα κορίτσι που χόρευε ροκεντρολλ, δεν έπαψε ποτέ να έχει φωτιά μέσα της, είχε όμως ένα πολύ σοβαρό ρόλο να φέρει εις πέρας, να είναι η μαμά σου, και η μαμά της Α., και η μαμά του Γ., και η σύζυγος του Μ. κι όλο αυτό το λούνα πάρκ που ήσουν εσύ κι ο μπαμπάς σου έπρεπε να το κρατάει μέσα σε κάποια όρια, αλλιώς η φωτιά όλων μας, αυτής περιλαμβανομένης θα θέριευε και θα μας έκαιγε, και καλά θα κάνεις να καείς στις τύψεις σου και να την βάλεις στην θέση που της αξίζει, που της άξιζε όλα αυτά τα χρόνια της δικής σου συναισθηματικής απέναντί της ανομβρίας γιατί τελικά ήταν η τέλεια μαμά, όχι μόνο συγκρινόμενη με άλλες μαμάδες Θού Κύριε, αλλά η καλύτερη μαμά γενικώς.




25.6.18

Στα σύννεφα




Πίσω απ τα κλειστά πατζούρια, αυτό το αναρχικό καλοκαιριάτικο απόγευμα που σε πείσμα του ημερολογίου τα σύννεφα κάνουν τον ουρανό της Αθήνας λιγότερο σκληρό και τη ζέστη του τσιμέντου λιγότερο βάναυση, αναρωτιέται αν υπάρχει μόνο ότι βλέπει ή μόνο ότι αγγίζει - είναι η όραση αφή ή η αφή όραση; Πόση αναρχία υπάρχει σ’ ένα αδηφάγο άγγιγμα και πόσος αισθησιασμός σ’ ένα αδηφάγο βλέμμα; Η εικόνα είναι αυτή που σηκώνει όλο το συναισθηματικό βάρος της ύπαρξής της; Κι η ακοή; Η φωνή που τυλίγεται σα χάδι γύρω απ το λαιμό, προστατευτικά, απειλητικά, διεγερτικά-αλλιώς όταν είναι μόνη, αλλιώς όταν είναι ανάμεσα στους Άλλους, ή όταν χάνεται στην αγκαλιά του, αυτή δεν παίζει κανένα ρόλο; Ουφ! Βαρέθηκε την αναρώτηση-υπάρχει μια λέξη που κρύβει μέσα της την ικανοποίηση όλων των αισθήσεων: Η μουσική είναι αντίσταση και όραμα. Η μουσική είναι έρωτας και αναρχία, αγάπη και πόλεμος, είναι η χειροβομβίδα που περιμένεις να σκάσει στο χέρι σου για να βρεθείς στον Παράδεισό σου μια ώρα γρηγορότερα και το player περιμένει ανυπόμονα





20.6.18

Τετερίκος




Δεν νομίζω να θυμάται κανείς πιά στην Ερέτρια τον Τετερίκο, όπως και δεν νομίζω να θυμάται κανείς τον Προκόπη. Στα τέλη της δεκαετίας του 60 ή, ίσως και στις αρχές των πολυχαϊδεμένων σέβεντις όλα είχαν ένα παράξενο όνομα καθόλου εκζότικ, και καθόλου αρχαΐζον. Τα κορίτσια δεν τα βαφτίζαν Ιόλη και Νεφέλη αλλά τους έδιναν χαϊδευτικά όπως Νίτσα, Ρούλα και τ' αγόρια ήταν απλά ο Λάκης ή ο Λευτέρης, κανένας Ερμής ή Αρίων δε φώναξε ποτέ φτου ξελευτερία, κι ο Τετερίκος δεν ήταν παρά μια βάρκα ξύλινη, που τους χειμώνες την ξάσπριζε ο αέρας κάτω απ' τον ευκάλυπτο και την άνοιξη την ανάσταινε ο θείος Τετές, για να μάθουν κουπί "τα παιδιά", αγόρια και κορίτσια, τα κορίτσια στο σόϊ ήταν όλα αγοροκόριτσα, αυτό πρέπει να καταγραφεί τώρα που πιά ένα κορίτσι δεν υπάρχει γύρω μας - όλες σχεδόν αγορομάννες και αγορογιαγιάδες έγιναν και λαχταράνε να πλέξουν μια κοτσίδα αλλά φευ - αγοροκόριτσα λοιπόν κι αυτή, έμαθε κουπί στον Τετερίκο πολύ πριν τον ΕΝΟΑ,  με το μαλλί αγριεμένο απ την αλμύρα που από τότε της άρεσε να την γλύφει απ τα μαυρισμένα της μπράτσα, έμαθε να παγιδεύει τις γαρίδες στα βραχάκια με τα χέρια της και να τις τρώει ωμές,  να βουτάει για κυδώνια, αλλά σιχαινόταν τις φούσκες και νομίζω κάθε λογικός άνθρωπος πρέπει να σιχαίνεται τις φούσκες και, όσο σιχαινόταν τις φούσκες σιχαινόταν και το καρπούζι, αλλά κάθε μεσημέρι ευλαβικά μάζευε όλες τις καρπουζόφλουδες - ναι, στα σέβεντις μετά το φαγητό ο κόσμος έτρωγε καρπούζι κι όχι τιραμισού - και τις πήγαινε στον Προκόπη που δεν ήταν άλλος από τον λατρεμένο  της γαϊδαράκο, ιδιοκτησία του θείου Τετέ, ενίοτε εκτελών (ο Προκόπης) και χρέη πόνυ στην διαδρομή Ερέτρια Πλακάκια, λατρεμένος και τυλιγμένος με ένα σύννεφο μελαγχολίας διότι είχε προηγηθεί η ανάγνωση των απομνημονευμάτων ενός γαϊδάρου-συμπρωταγωνιστής ένας σκύλος ονόματι Μέντορ και η μικρή Ταταμπού είχε αδυναμία στα ζώα από τότε, ναι, Ταταμπού θα μπορούσε να λεγόταν αν και νομίζω ότι το τέλος της θα είναι μάλλον σαν της Περιμπανούς



19.6.18

A Few Feet Away



Τότε, τον πρώτο καιρό στο κουκλόσπιτο, ήταν κάτι σαν άσκηση ετοιμότητας: να χωρέσουν δυό άνθρωποι, δύο ζωές που αν τις άθροιζες ήταν πάνω από ένας αιώνας αναμνήσεων, εικόνων, εμπειριών, λαθών και ομορφιάς, μερικές χιλιάδες δίσκοι, λιγότερα βιβλία, αλλιώς θα μιλούσαμε για ουτοπία κι όχι κουκλόσπιτο, κι όλα αυτά μαζί με τα απαραίτητα της τεχνολογίας και τον υποστηρικτικό εξοπλισμό! Χωρέσανε μια χαρά, η φράση "θέλω λίγο χρόνο για να συσκεφθώ με τον εαυτό μου" ή "θέλω λίγο χώρο ν' ανασάνω" έγινε το ανέκδοτό μας, ειρωνικά ανασηκωμένο φρύδι για όσους δεν συμφιλιώνονταν με τα χιλιοστά που σε χώριζαν από τον άλλο που κάποτε λεγόταν αγαπημένος-ουσιαστικό ή επίθετο "ουδέτερο" - το γένος δεν είχε σημασία όταν ο άλλος γινόταν απλά "ο Άλλος" και στο τέλος, πέντε ολόκληρα χρόνια μετά, δεν ήταν τα χιλιοστά η αιτία, ούτε η αφορμή που το κουκλόσπιτο έγινε απλά τέσσερεις έρημοι τοίχοι και ως μόνοι κάτοικοι της προλεταριακής αυλίτσας απέμειναν η Τζένη, ο Μαρίνος και η Πέππα, τα δύο τελευταία δεν θα τα θυμόμουν χωρίς τη βοήθεια του μικρού τετραδίου που καταγράφουμε κάθε στιγμή που περνάμε με τον  μικρό μας γαβριά, Μαρίνος και Πέππα όπως τα βάφτισε ο μικρός μας γαβριάς λοιπόν - όχι, δεν ήταν ο χώρος ή η έλλειψή του παρά αυτή η περιρρέουσα ατμοσφαιρα που σε τύλιγε και σ΄έπνιγε κι έτσι, βρεθήκαμε ξαφνικά να έχουμε "χώρο", και το κάθε τι βρήκε τη θέση του, και τα διπλά στερεοφωνικά, και τα εξτρα και δίδυμα σετ φόστεξ, και το πικάπ που το έσωσα από βέβαιο θάνατο αλλά, γκαντάμιτ δερ ιζ νο φαν  έτσι, εφτά ή οχτώ μέτρα μακριά, ν' ακούω άλλη μουσική από σένα, να ρίχνω ρεμπάπια στον "αντίπαλο" χωρίς να μπορώ να το μοιραστώ μαζί σου, να περιφέρομαι ασκόπως στο διαδίκτυο, τίποτα δεν έχει τη γλύκα του δίπλα σου, κι αν δεν τα έχω μαζέψει να μετακομίσω γραφεία, υπολογιστές, και φόστεξ δεκαπέντε περίπου εκατοστά απ τα δικά σου είναι απλά γιατί όπου και να πάω, πάντα θα είμαι μόνο μερικά βήματα μακριά Σου


2.8.17

Διαγραφές





Πάρα πολλές αναρτήσεις έχουν διαγραφεί κατόπιν αιτήματος όχι χαρτοσεσημασμένου. Είναι παράξενο πως αυτό το γεγονός είχε διαγραφεί από τη μνήμη, ή μάλλον, δεν είναι καθόλου παράξενο, διαγράφεις ότι δεν θέλεις να θυμάσαι και δεν θέλεις να θυμάσαι ότι διαγράφηκαν με σκοπό να μην πληγώσουν και να μην δημιουργήσουν προβλήματα, βέβαια εσένα σε πλήγωσαν, αλλά πάει πιά, και σαν επισφράγιση της διαγραφής κάηκε κι ο σκληρός με τις φωτογραφίες, για τις σκέψεις ποιός νοιάζεται και τέλος πάντων αυτή η ατελείωτη μόνη φράση το μόνο που θέλει να συμβεί είναι να μας τελειώσουν κι οι αναμνήσεις από τα χανιά, τα φαλάσαρνα, τα φραγκοκάστελα, τα μύρθια, τα γαιδουρονήσια, που έρχονται τόσο συχνά στην επιφάνεια κι όπως το ένα παρελθόν θα έμενε πολύ καλά θαμμένο στο ντουλαπάκι του αν δεν ανασυρόταν έστω σπανίως μόνο και μόνο για να πει είμαι κι εγώ εδώ-το παρελθόν-δεν υπάρχει μόνο ένα παρελθόν αλλά υπάρχουν δύο παρελθόντα, αν δεν ήθελε απλώς να υπάρξει ως αντίβαρο λοιπόν, θα έμενε καλά θαμμένο κι ο κόσμος θα κοίταζε μόνο το τώρα, μόνο το αύριο, που το αύριο και το τώρα έχεις υποσχεθεί ότι θα φροντίσεις να είναι το καλύτερο (του)




27.7.17

Απέναντι από το Αγόρι

Την πρώτη φορά που τον συνάντησε, καθόταν δίπλα της. Και οι δυό ήταν απέναντι από Το Αγόρι, κι αυτή δεν είχε μάτια παρά μόνο γι’ αυτό (Το Αγόρι). Ήταν τότε που ο κοινός τους τόπος ήταν γεμάτος από δικούς τους, τότε που όλοι είμαστε εκεί, με τις μουσικές μας, τις ταινίες μας, κοινές αγάπες, κοινές αναφορές. Για την ιστορία - γιατί σήμερα το θέμα μας δεν είναι το κορίτσι, ούτε Το Αγόρι - το κορίτσι περίμενε με αγωνία αυτή τη συνάντηση. Ήταν Νοέμβρης κι είχε να το δει από εκείνο το απόγευμα στο άλσος απέναντι από το δημαρχείο. Ο Μπένι Γκούντμαν τη συντρόφευε όσο γινόταν ακόμα πιο όμορφη, για να κάτσει απέναντί του και να μην τον χορταίνει. Το ταξίδι στο Λονδίνο για τη συναυλία του Tord Gustavsen ήταν μπροστά κι αυτή κρεμόταν απ’ τα χείλη του. Ξαφνικά, ακούει μια γλυκειά, καθησυχαστική φωνή δίπλα της να της λέει: Να πας και στην έκθεση του Τέρνερ στην Τέητ, είναι εκπληκτική. Αυτή, ήταν η πρώτη φορά που σε άκουσε καλέ μου φίλε κι από τότε, όσες ακολούθησαν, δεν ήταν πολλές αλλά ήταν καθοριστικές. Και πήγε στην Τέητ, και είδε τον Τέρνερ, και κανείς σας δεν ήταν δίπλα της να της πει όσα δεν ήξερε… Τότε, λίγο πριν, σου είχαν πει, έξι μήνες. Τόσο λένε τα στατιστικά ότι ζει όποιος διαγνωσθεί με μελάνωμα.
Προφανώς οι στατιστικολόγοι δεν είχαν υπολογίσει τον παράγοντα Ε. Τον Ε που ήταν αγωνιστής απ’ την κούνια του. Τον Ε που δεν θα παραδινόταν ποτέ αμαχητί ούτε στον πιο δυνατό εχθρό του. Τον Ε που ήταν ένας φάρος που φώτιζε οποιονδήποτε βρισκόταν έστω και για μια στιγμή δίπλα του. Που θυμόταν απ’ έξω κάθε γραμμή απ’ τα χιλιάδες βιβλία που είχε διαβάσει, που ήξερε τόσο καλά τον Mozart όσο και τον Ry Cooder, που λάτρευε τις ταινίες του Αιζενστάϊν αλλά είχε δει και τα πιο παράξενα B movies, που λάτρευε τον Τσε και τη Ρόζα, αλλά αν εσύ λάτρευες την Αγκάθα Κρίστι θα ανακάλυπτες ότι και γι αυτή ήξερε περισσότερα από σένα και ήταν πάντα πρόθυμος να μοιραστεί την αγάπη του . Που ήταν απλώς, και με δυό λόγια ένας από τους πιο ευγενικούς ανθρώπους που πέρασαν από αυτόν τον κόσμο.
Από τότε, από αυτήν την πρώτη φορά, πέρασαν οχτώ ολόκληρα χρόνια. Οι στατιστικές διαψεύδονταν μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, το ταξίδι των ονείρων του στην τελευταία σοσιαλιστική χώρα έγινε πραγματικότητα, η Κατερίνα του ήταν ο βράχος δίπλα στο βράχο. Κι άλλα βράδια ήρθαν σαν εκείνο το πρώτο βράδυ του Νοέμβρη. Το I, flathead και το Chanson des Mers Froids θα τα κρατάει το κορίτσι  σαν κόρη οφθαλμού, αλλά στην ουσία δεν χρειάζεται τίποτα να κρατάει για να της τον θυμίζει, για να τους τον θυμίζει, γιατί άνθρωποι σαν τον Ε. δεν ξεχνιώνται ποτέ. Εκείνο το βράδυ στα βοτσαλάκια, τότε που είχε φτιάξει μια ωραία κοτσίδα για τα μάτια του Αγοριού, ο Ε. της μίλησε για τον πατέρα του, για τους αγώνες του, για την πίστη του στο Κόμμα, κι όσο κι αν διαφωνούσε μαζί του γιατί δεν πίστευε πως ένας άνθρωπος με τόσο ανοιχτούς ορίζοντες δεν έβλεπε πόσο στενόμυαλο ήταν αυτό στο οποίο πίστευε, όσο κι αν διαφωνούσε λοιπόν, δεν μπορούσε παρά να δακρύσει κι αυτή μαζί του. Και να αφεθεί να της μιλάει για τον Άρη, έτσι όπως της μιλάει και το δικό της αγόρι, Το Αγόρι, και δακρύζει κι Αυτό, και τέλος πάντων όλοι δακρύζουν για τον Άρη, κι αυτή θεωρεί πως είναι τυχερή κατά κάποιο τρόπο που μεγάλωσε σε μια συντηρητική οικογένεια κι όταν κρυφά έπαιρνε τον οδηγητή-γιατι κάθε έφηβη που σέβεται τον εαυτό της πρέπει να παίρνει τον Οδηγητή στη δεκαετία του 70-τον διάβαζε κι έλεγε Θέ μου τι στόκοι είναι αυτοί, κι έτσι το μυαλό της ήταν αρκετά καθαρό για να γίνει με τα χρόνια μια αριστερή με ερωτηματικά και να μπορεί να δακρύζει κι αυτή για τον άρη, που αυτοί (οι στόκοι) τον θεώρησαν προδότη γιατί διαφώνησε με Το Κόμμα (τα κεφαλαία δικά τους, των στόκων) . Γειά σου Άρη, φώναξε δακρυσμένος κάποια φορά ο Ε. κι αυτό είναι επισήμως καταγεγραμμένο κι αυτή δεν ξέρει τι να πει και τι να γράψει τώρα που ο Ε. κουράστηκε πιά να παλεύει, αλλά θέλει ν’ αφήσει εδώ ένα σημαδάκι για τον Ε., αλλά όπως συμβαίνει συνήθως, για αυτούς τους ανθρώπους, ενώ νιώθεις τόσο πολλά, όταν πρέπει να πεις, σου φαίνονται τόσο λίγα, και τόσο κοινότυπα, τέλος πάντων, το κορίτσι και η Κατερίνα του, είναι τα πιο τυχερά κορίτσια στον κόσμο γιατί και οι δύο, είχαν στη ζωή τους η καθεμιά το καλύτερο Αγόρι του κόσμου, που το λάτρευαν, το θαύμαζαν που τις λάτρευε, που τις θαύμαζε, και γι αυτό και μόνο, αξίζει να ζεις.

Cya


30.3.16

ο δικός μας κώδικας

σε μερικά χρόνια ο δικός μας κώδικας μικρέ μου Γαβριά δεν θα υπάρχει
θα τον κρατήσω για πάντα μέσα στο μυαλό μου, μαζί με το χαμόγελό σου που φωτίζει κάθε στιγμή που σε σκέφτομαι και κάθε στιγμή που σε βλέπω
μαζί με τη φωνή σου, που δεν χρειάζεται να την ακούω, γιατί πολύ απλά είναι μια από τις δύο μουσικές που δεν φεύγουν ποτέ απ' το μυαλό μου
να μου λες,
είμαι φουρλαΐδας, γιατί γυρίζω σα σβούρα και μιλάω πολύ
να μου λες
θέλω σαλάαατα  σήζαρς και φάμπουργκερ
να μου λες
τατατάκια και τσικότο
να μου ζητάς
ματαρόνια τιμά
να σου κάνει
ζισάκ και να ξεκαρδίζεσαι
να σου κάνει
καρυδάκι και να φωνάζεις
να θυμώνεις στη μαμά σου που δεν αφήνει τα μομόνια να πέσουν για να τα μαζέψεις
να είσαι
φαγάνας γιατί είσαι ο Χάρχας
να είσαι
αλάνι α μπούμπα και μικρο λαμόγιο
να γίνεις
αστροναύτης να πας στη σελήνη και
πιλότος μαχητικού και
μανάβης
να βγαίνεις στο μπαλκόνι σου και να φωνάζεις σαν άλλος Ρωμαίος την Λυδία σου
και, ξέρεις  κάτι;
θέλω κι άλλα....
και θέλω να είσαι πάντα "διαμαρτυρόμενος" για ένα καλύτερο αύριο, όπως σ' αυτήν, την καλά κρυμμένη απ' τα μάτια των άπιστων φωτογραφία







18.11.15

Indian ('s) Summer



Το καλοκαίρι της ενηλικίωσης στην Μεσογγή, ήταν αυτό που κοινότυπα θα λέγαμε ανέμελο.
Σχεδόν - έτσι όπως το βλέπω από απόσταση σήμερα - ψυχεδελικό.
Ο χρόνος ήταν μια έννοια που δεν προσπάθησε καμμιά μας να ερμηνεύσει, υπήρχε μόνο το αλάτι που ποτέ δεν ξεπλέναμε από πάνω μας, η Αλίκη κι εγώ.
Υπήχαν τα μακριά φορέματα από σχεδόν διάφανη γάζα, μεταχρονολογημένη χιπίλλα, μαλλιά πλεγμένα κοτσίδες, μπλεγμένα κοτσίδες, ατέρμονες συζητήσεις με "τ' αγόρια" των οποίων το αντικείμενο μάταια πασχίζω να επαναφέρω στη μνήμη.
Ο Alfonso d' Amora εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά, μέσα σ' ένα ταλαιπωρημένο ρενώ κατρ ελ ή ρενωκατρελ ή Renault 4L, όπως προτιμάτε, του φίλου του Philippo, επ' ουδενί Pipo, ο οποίος ερωτεύθηκε την Αλίκη. Ο Alfonso, δεν νομίζω να ερωτεύθηκε εμένα, που τότε, έτσι κι αλλιώς ήμουν ερωτευμένη με τον Άρη - που δεν ήταν στο σκηνικό της Κέρκυρας καθότι είχε ξεμείνει στη Γλυφάδα - ήταν όμως όμορφος σαν τον Fabio Testi και ξεπεσμένος ιταλός αριστοκράτης, γιός μιας προ αμνημονεύτων φιλικής  οικογένειας, όπως τότε η γιαγιά θυμήθηκε με κάθε λεπτομέρεια κάτι που αδυνατώ να κάνω εγώ σήμερα, και άφραγκος ταξιδιώτης πεινασμένος μέχρι θανάτου!!
Έτσι ήταν τότε, ήσουν 17-18, άντε είκοσι, γιατί τώρα που το ξανασκέφτομαι αυτοί ήταν φοιτητές κι οδηγούσαν κι όλας, δεν οδηγείς νομίζω στα 17 σου, έπαιρνες το αυτοκίνητο και δυό κασέτες και το φέρι από την Ανκόνα που σε ξέβραζε στην Πόλη, άφραγκος, άπλυτος, κούκλος, κοιμόσουν στο κατρέλ, κι αν ήσουν και τυχερός έπεφτες πάνω στους φίλους των γονιών σου και σε αναλάμβαναν, κι έτσι χόρταινες ψαράκι και κεφτέδες, τέτοιους κεφτέδες σαν αυτούς που έκανε η γυναίκα του Σταμάτη του Παλληκύρα δεν νομίζω να έχω ξαναφάει ποτέ μου, λυπάμαι που το λέω και κυρίως λυπάμαι  για τα μαγειρικά μου skills που είναι φοβερά, αλλά δεν φτάνουν τους κεφτέδες που λέγαμε....
Μουσικά, τώρα που το φέρνω στο μυαλό μου και με όσα μέχρι σήμερα έχω ακούσει, είμαστε εντελώς Prog και εντελώς mainstream: τα άπαντα των Pink Floyd και, εντελώς ενστικτωδώς, King Crimson αλλά δεν μας διασώζει αυτό γιατί, όπως προείπα ήταν ενστικτωδώς κι όχι γιατί καταλαβαίναμε την μεγαλοφυΐα του Fripp, οι Stones υπήρχαν με το Angie σχεδόν αποκλειστικά και συγχώρεσέ μας γιατί, είμαστε 17 κι έπρεπε να ερωτευθούμε, έπρεπε να κολλήσουμε τα κορμιά μας την ώρα που χορεύαμε, να κλείσουμε τα μάτια και να χαϊδέψουμε τα μακριά μαλλιά, το λαιμό , να φιληθούμε, κι αυτά δεν τα κάνεις με το paint it black, αλλά με το Epitaph, 11λεπτο τρανς,  το wish you were here, τέλος πάντων, αυτοί είμαστε, τόσα ξέραμε και, κυρίως, στη Μεσσογή του εβδομήνταφεύγα, δεν μπορείς - ούτε καν τώρα- να έχεις τρελλές απαιτήσεις. Shine on you crazy diamond λοιπόν και ξερό ψωμί. Τα κορίτσια ποτέ δεν ξέρουν αρκετά. ποιός θα μιλήσει σ' ένα κορίτσι για τον Syd και τον Jim? πως να μπει στο μυαλό του, να χαθεί στις παραισθήσεις του, να φαντασιωθεί τις φαντασιώσεις του; πως ν' αφεθεί να καταστραφεί παρέα με Τον Θεό, να κατρακυλήσει σε μεθυσμένα όνειρα και σε νύχτες οργιαστικές-μπορεί; δε μπορεί. το μόνο που μπορεί είναι να περπατήσει ξυπόλυτη γυαλό γυαλό μέχρι του μπούκαρη μ' ένα μπουκάλι μπύρα στο χέρι, τον αλφόνσο, τον φιλίππο, την αλίκη, τον σπύρο και την αναμπέλλα, έτσι, χωρίς λόγο....

1.9.15

Jane D’aw

Η Jane Daw είναι ένα κορίτσι σχεδόν σαν όλα τα’ άλλα.
Ένα κορίτσι που είχε όνομα, είχε στιγμές που είχε ζήσει κι είχαν περάσει, είχε στιγμές που ζούσε την κάθε ώρα, την κάθε μέρα, είχε στιγμές που ήθελε να ζήσει στο αύριο, αν υπάρξει αύριο….
Η Jane Daw ήταν ένα κορίτσι σχεδόν σαν όλα τα’ άλλα.
Ένα κορίτσι που ζούσε ανάμεσά μας, στη μεγάλη, γκρίζα πόλη, περπατούσε στους ίδιους δρόμους με σένα, με μένα, αγάπησε, αγαπήθηκε….
Είχε όνειρα, μα κανείς, ποτέ, δεν την ρώτησε ποια ήταν τα όνειρά της…
Είχε γονείς, μα κανείς ποτέ δεν τη ρώτησε ποιοι είναι, αν ζουν ή έχουν πεθάνει…
'Είχε παιδιά, μα κανείς ποτέ δεν τη ρώτησε αν είναι αγόρια ή κορίτσια, αν είναι μικρά ή μεγάλα, αν έχουν κι αυτά τα δικά τους όνειρα..

Η Jane Daw πέρασε απ τη μεγάλη πόλη σαν ένα μοναχικό σύννεφο. Όταν θα φύγει, απλά, πολύ απλά, το σύννεφο θα εξαερωθεί, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ