Η φύση αυτής της ανατολίτικης αισθητικής στις τέχνες και στην καθημερινότητα, η φύση αυτής της ομορφιάς είναι αυτή των σκιών και του ομιχλώδους, ο όρος γέννησης και ύπαρξής της είναι το σκοτάδι και η ασάφεια, μια ομορφιά που είναι τέτοια γιατί είναι κρυμμένη, και αμυδρή, μισοϊδωμένη σαν μέσα σε όνειρο, αντίθετα με το αντικείμενο της δυτικής ομορφιάς που πρέπει πριν παραδοθεί στη θέα να στιλβωθεί και να φωτιστεί ολοκληρωτικά γιατί μόνον έτσι θα αναδειχθεί σε όλη του τη δόξα.

Junichiro Tanizaki



9.9.11

Kinderszenen or a nightmare

Δεν ξέρω αν θα γράψω καθαρά συναισθηματικά ή λίγο περισσότερο τεχνικά, μα μάλλον στο τέλος θα φανεί το πρώτο.
Είναι ο δίσκος που με στοίχειωσε όλο το καλοκαίρι, μαζί με το Rock Bottom στο οποίο έχω ήδη αναφερθεί.
Αρχίζει απλά, αργά, μονότονα. Πιάνο. Μόνο. Αργό. Λιτό. Σαν προθέρμανση πριν την μεγάλη συναυλία.






Το Soft Black Stars (Current 93) κινείται όλο στο ίδιο μοτίβο. Πιάνο και φωνή. Λιτό και παράξενο και το εξώφυλλο του. Χωρίς bookets και περιτυλίγματα. Κάπου στο εσωτερικό του αναφέρεται ένα ghost violin και viola. Και ghost vocals! Όλα απόκρυφα, στοιχειωτικά, υπνωτιστικά...
 Μοτίβο μελαγχολικό, κάπως γκροτέσκο, διακατέχεται από έναν κρυφό πυρετό κι ένα καλά κατευνασμένο πάθος.
Τρυφερό σε πρώτο άκουσμα, πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά: Ένα πιάνο είναι, μελωδικό, και οι λέξεις σε  χαϊδεύουν, σαν παιδικό βλέμμα,  μόνο που τ' αστέρια είναι μαύρα και ρίμες δεν υπάρχουν.







Little children snuggle under soft black stars
And if you look into their eyes-- soft black stars
Deliver them from the book and the letter and the word
And let them read the silence bathed in soft black stars
Let them trace the raindrops under soft black stars
Let them follow whispers and scare away the night
Let them kiss the featherbreath of soft black stars
And let them ride their horsies licked by the wind and the snow
And tip-toe into twilight where we all one day will go
Caressed with tendrils and with no fear at all
Their faces shining river-gold brushed with soft black stars
And angels' wings shall soothe their cares
And all the birds shall sing at dawn
Blessed and wet with joy
You and I will meet one day
Under a nightsky lit by soft black stars

Είναι που δεν ξέρω αν ακούγοντάς το πρέπει να αφεθώ στη γαλήνη ή να ξυπνήσω στον εφιάλτη που δεν έχω ονειρευτεί ακόμα. 
Κλείνω τα μάτια κι αφήνομαι, ότι κι αν είναι, ερωτεύομαι, για μια ακόμη φορά, δίχως να νιαστώ για τα πρέπει, για τις συνέπειες, για το αύριο ή το σήμερα, hallelujah ήταν η μαγική λέξη, σοφό αυτό το  μην αναφέρεσαι στα θεία επί ματαίω μα δεν το' κανα και δεν μετανιώνω ούτε για μια στιγμή.









I'm clicking your fingers for a gothic twilight
that actually existed just in your head
your fingernails painted black
or bloodred
I forget

And your fake-leather volumes
jabbering on hell
manifest decadence was what you hoped to exhail
your eyes tried so hard to glitter

A star-snuffing black
so you opened your books
and you opened your legs
and so opened your heart
and let in the badness
you claimed
as your friend
with un-angels hovering
like flies round the orchard
that had covered your soul
their empire increasing
and your country
deserted by yourself

The bells of St. Mary call us to remember
that life is with end
and the gestures can kill us
moreover destroy
and there is one judgment only

Your letters came daily
in French or in German
but they meant to me nothing
I caught the slow cords
and dry ice fogging your mind
I see all too clearly now
why you could be discarded
and though I could pray for you
I probably shan't
having had my cup filled up
with your lies
and your makeup
you were nothing
thinking you're something

And nonetheless I still write this gothic lovesong
a sign to myself
and the memory of my past
I still write this gothic lovesong
and the memory of my past
and a way to shut out your face

Νομίζω  πως υστερώ σε λόγια, στο να περιγράψω, κι ας μη μου θυμώσει κάποιος μ' αυτό που θα πω, αλλά σκέφτομαι πως αν έγραφε τώρα ο Schumann τις 'Kinderszenen', ίσως να ήταν κάπως έτσι. Προσαρμοσμένες στην σημερινή πραγματικότητα αναπολήσεις από σκηνές του τότε που είμαστε παιδιά, ομορφιά κρυμμένη στην αχλή της μελαγχολίας, έτσι απλά. Λιτά.
Όλα σχεδόν τα τραγούδια γραμμένα από τον David Tibet κάπου στο 1997.