Η φύση αυτής της ανατολίτικης αισθητικής στις τέχνες και στην καθημερινότητα, η φύση αυτής της ομορφιάς είναι αυτή των σκιών και του ομιχλώδους, ο όρος γέννησης και ύπαρξής της είναι το σκοτάδι και η ασάφεια, μια ομορφιά που είναι τέτοια γιατί είναι κρυμμένη, και αμυδρή, μισοϊδωμένη σαν μέσα σε όνειρο, αντίθετα με το αντικείμενο της δυτικής ομορφιάς που πρέπει πριν παραδοθεί στη θέα να στιλβωθεί και να φωτιστεί ολοκληρωτικά γιατί μόνον έτσι θα αναδειχθεί σε όλη του τη δόξα.

Junichiro Tanizaki



7.4.15

Σιωπές...






Κοιτάζει μέσα απ' τις χαραμάδες στα κλεφτά, μέσα απ' τις ρωγμές του χρόνου που κύλισε....
Θέλει να κάνει ένα βήμα μπροστά, κοντοστέκεται. Ίσως και να  δειλιάζει...
Πέρασε τόσος καιρός στη σιωπή, μια σιωπή που μόνο σιωπή δεν ήταν....
Ήχοι παντού. Μουσικές, τραγούδια, εμβατήρια, φωνές: του διπλανού, του συγχωριανού, του αγανακτισμένου, του φοβισμένου, κι ύστερα δειλά δειλά του ανακουφισμένου.
Ψίθυροι. Λόγια αγάπης, ανάσες ηδονής, κραυγές που μετά βίας συγκρατήθηκαν. 
Η φωνή του μικρού Gavroche. Άτολμα, άτσαλα, μαγευτικά, μια φωνή που αποκαλύπτεται μόνο σε λίγους κι εκλεκτούς, ένα σαρκαστικό μωρουδίστικο γέλιο, Ντύο. Μόνοχ.
Χρώματα. Σαν να κοιτάζει μέσα από ένα καλειδοσκόπιο, χιλιάδες χρώματα, χιλιάδες αποχρώσεις, όχι χιλιάδες:όλες.
Σ' ένα κόσμο που τα τελευταία χρόνια έβλεπε μόνο αποχρώσεις του γκρίζου, αυτή, η Επονίνη του millennium, έτοιμη να σταθεί μπροστά του και να δεχτεί τη σφαίρα που προορίζεται γι' αυτόν, αυτή,  περιτριγυρίζεται από χρώματα...

Αμηχανία. Πέρασε τόσος καιρός... πρέπει να βρει την άκρη του κουβαριού και να το τυλίξει ανάποδα, να γυρίσει πίσω και ν' αρχίσει από 'κει που έμεινε...


The white ducks fly on past the sun

Their wings flash silver at the moon
While waters rush down the mountain tongue
My organs play a circus tune.
I dance to the wonder of your feet
And sing to the joy of your knees.

...Ο Γαβριάς, ο Ενζολωράς, ό ένας είναι αυτός που πρέπει να ξεφύγει, ο άλλος είναι αυτός που θα του απλώσει το χέρι, που θα του δείξει το δρόμο...


Κι αυτή.... αυτή ισορροπεί μέ το ένα πόδι στην ανάλγητη καθημερινότητα και το άλλο σ' ένα κόσμο που κουβαλούσε μέσα σ' ένα παλιό μαύρο μεταλλικό μαγικό κουτί, όχι, όχι κατάμαυρο, κοριτσάκι ήταν, είχε μικρά μικρά σχέδια από σμάλτο, και χωρούσε όλα όσα ήθελε κι όλα όσα χρειαζόταν. Όλα. Όσα.


Βούιζαν στ' αυτιά της τα λόγια του Σικελιανού: 

"Καλή η ελπίδα για όσους είναι ξαπλωμένοι
Καλό και τ' όνειρο για 'κείνους που κοιμούνται"...

Κι αποφάσισε πως πρέπει να βουτήξει.

Και βούτηξε.
Βαθιά μέσα στην κοιλιά του Λεβιάθαν, σχεδόν μόνη, σχεδόν πολυαγαπημένη, σχεδόν τρομαγμένη, σχεδόν ατρόμητη, σχεδόν κορίτσι, σχεδόν γυναίκα, ψέμματα λέω, το σχεδόν δεν παίζει γι αυτή, το λίγο δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο το όλα, το πολύ, το "μέχρι το τέλος".