Η φύση αυτής της ανατολίτικης αισθητικής στις τέχνες και στην καθημερινότητα, η φύση αυτής της ομορφιάς είναι αυτή των σκιών και του ομιχλώδους, ο όρος γέννησης και ύπαρξής της είναι το σκοτάδι και η ασάφεια, μια ομορφιά που είναι τέτοια γιατί είναι κρυμμένη, και αμυδρή, μισοϊδωμένη σαν μέσα σε όνειρο, αντίθετα με το αντικείμενο της δυτικής ομορφιάς που πρέπει πριν παραδοθεί στη θέα να στιλβωθεί και να φωτιστεί ολοκληρωτικά γιατί μόνον έτσι θα αναδειχθεί σε όλη του τη δόξα.

Junichiro Tanizaki



19.4.15

Τελετουργικό


Σχεδόν σκοτάδι. Η μόνη λάμψη, απ' την οθόνη του υπολογιστή: αδύναμη. Γέρνεις το κεφάλι μπροστά, λίγο λοξά, τα μαλλιά σου μακριά, σχεδόν ατίθασα και σχεδόν μεταξένια, όπως καθε τι πάνω σου δεν έχει μόνο μια πλευρά, βάζεις το χέρι προστατευτικά μπροστά, δεν φυσάει, κλειστά είναι όλα, αντανακλαστική κίνηση του καπνιστή / τσακ-σπίθα-φλόγα-ρουφηξιά / ανάβεις, παίρνεις ηδονικά τον καπνό μέσα σου, ηδονικά και απόλυτα αφοσιωμένα όπως κάθε τι που κάνεις, και νωχελικά τον αφήνεις.
Κρατάω αυτή τη σκιά, το γερμένο κεφάλι σου, καλά ασφαλισμένο στη μνήμη μου.
Για τις δύσκολες ώρες, όταν γύρω μου "αυτοί" κάνουν πάρτι, όταν γύρω μου ο κόσμος άλλοτε μοιάζει να καίγεται, άλλοτε μοιάζει να καταρρέει, όταν νιώθω ότι πρέπει να υποκριθώ για να συνεχίσω να "ανήκω" σε μια αγέλη της οποίας δεν μπόρεσα και δεν θέλησα ποτέ να είμαι μέλος, αυτή η εικόνα είναι που με κρατάει γερά στα πόδια μου.
Το κεφάλι γερμένο μπροστά, τα δάχτυλα προστατευτικά γύρω απ' τη φλόγα, η λάμψη της οθόνης, η φωνή σου, τα χείλη σου που τρέμουν αδύναμα λες να κρατήσουν το λυγμό σαν ακούς τα λόγια του Καββαδία... "ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω; φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό, στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω, κι' ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό"...  δυνατός σα βράχος, Ο βράχος μου,  κι ευαίσθητος σαν την πιό σπάνια ορχιδέα, συνοδός μου εσύ, συνταξιδιώτισα σου εγώ στο ταξίδι μας προς τη μοναδική μας πατρίδα - γιατί ξένοι είμαστε οπουδήποτε αλλού - την Ουτοπία...



Αλίμονό σου, όταν αρχίσεις να ξεκόβεις από τον πόνο του αδερφού σου,

κι' απογυρνάς το βλέμμα από πληγές, που σε φωνάζουν
κι' εξοικειώνεσαι με τη ζωή που ζουν τα τέρατα,
κι' αρχίζει το ασύμβατο να συμβιβάζεται
και το απαράδεχτο να μοιάζει βολικό
κι' αρχίζει η αλήθεια μέσα σου να σώνεται και να 'ρχεται το ψέμα
σιγά σιγά,
όπως η μερα γίνεται σκοτάδι,
όπως το καλοκαίρι γίνεται χειμώνας.

Αλίμονό σου όταν το δύσκολο σου γίνει βαρετό

κι αβέρτα ρίχνεις δίκιο στους άδικους κι αρχινάς ν' ανακαλύπτεις
σοφίες κι ομορφιές μες τα  ξεράσματα της πλήξης,
ιδανικά μες το βυθό της αηδίας
και λές, και λές, και λές...
Όταν πιά δεν σου φαίνονται και τόσο δύσκολα τα πράγματασ
η ζωή, ο έρωτας, ο ύπνος,
όταν τριγύρω μαχαιρώνουνε τη Νύχτα
και οι λόφοι στηθοδέρνονται,
όταν παχύνουνε τα χείλια σου τόσο πολύ, που να μπορούν να πουν: "Κατέστης ευτυχής, αλοίμονό σου".

Γιατί όλοι αυτοί, που σε τριγύριζαν,

γιατί όλοι αυτοί που πριν σε χάϊδευαν,
άλλα γυρεύουν τώρα, άλλα απαιτούν.
τώρα σε θέλουν τέλεια δικό τους.
Γιατί αυτοί, που απ' την αρχή καλά τους ήξερες,
τώρα περνούν τα σύνορα,
γιατί η λεηλασία σου άρχισε - και τώρα τι θα κάνεις, τι θα κάνεις,
τώρα, που πιά δε μένει παρά ένα βήμα ακόμα μοναχά, για να συρθείς και να συνάψεις
τη συμμαχία που σου ζητούν,
την τρομερή κι΄επαίσχυντη και μάταιη συμμαχία με το θάνατο;*



*Λεηλασία, Βύρων Λεοντάρης