Η φύση αυτής της ανατολίτικης αισθητικής στις τέχνες και στην καθημερινότητα, η φύση αυτής της ομορφιάς είναι αυτή των σκιών και του ομιχλώδους, ο όρος γέννησης και ύπαρξής της είναι το σκοτάδι και η ασάφεια, μια ομορφιά που είναι τέτοια γιατί είναι κρυμμένη, και αμυδρή, μισοϊδωμένη σαν μέσα σε όνειρο, αντίθετα με το αντικείμενο της δυτικής ομορφιάς που πρέπει πριν παραδοθεί στη θέα να στιλβωθεί και να φωτιστεί ολοκληρωτικά γιατί μόνον έτσι θα αναδειχθεί σε όλη του τη δόξα.

Junichiro Tanizaki



19.4.15

Τελετουργικό


Σχεδόν σκοτάδι. Η μόνη λάμψη, απ' την οθόνη του υπολογιστή: αδύναμη. Γέρνεις το κεφάλι μπροστά, λίγο λοξά, τα μαλλιά σου μακριά, σχεδόν ατίθασα και σχεδόν μεταξένια, όπως καθε τι πάνω σου δεν έχει μόνο μια πλευρά, βάζεις το χέρι προστατευτικά μπροστά, δεν φυσάει, κλειστά είναι όλα, αντανακλαστική κίνηση του καπνιστή / τσακ-σπίθα-φλόγα-ρουφηξιά / ανάβεις, παίρνεις ηδονικά τον καπνό μέσα σου, ηδονικά και απόλυτα αφοσιωμένα όπως κάθε τι που κάνεις, και νωχελικά τον αφήνεις.
Κρατάω αυτή τη σκιά, το γερμένο κεφάλι σου, καλά ασφαλισμένο στη μνήμη μου.
Για τις δύσκολες ώρες, όταν γύρω μου "αυτοί" κάνουν πάρτι, όταν γύρω μου ο κόσμος άλλοτε μοιάζει να καίγεται, άλλοτε μοιάζει να καταρρέει, όταν νιώθω ότι πρέπει να υποκριθώ για να συνεχίσω να "ανήκω" σε μια αγέλη της οποίας δεν μπόρεσα και δεν θέλησα ποτέ να είμαι μέλος, αυτή η εικόνα είναι που με κρατάει γερά στα πόδια μου.
Το κεφάλι γερμένο μπροστά, τα δάχτυλα προστατευτικά γύρω απ' τη φλόγα, η λάμψη της οθόνης, η φωνή σου, τα χείλη σου που τρέμουν αδύναμα λες να κρατήσουν το λυγμό σαν ακούς τα λόγια του Καββαδία... "ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω; φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό, στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω, κι' ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό"...  δυνατός σα βράχος, Ο βράχος μου,  κι ευαίσθητος σαν την πιό σπάνια ορχιδέα, συνοδός μου εσύ, συνταξιδιώτισα σου εγώ στο ταξίδι μας προς τη μοναδική μας πατρίδα - γιατί ξένοι είμαστε οπουδήποτε αλλού - την Ουτοπία...



Αλίμονό σου, όταν αρχίσεις να ξεκόβεις από τον πόνο του αδερφού σου,

κι' απογυρνάς το βλέμμα από πληγές, που σε φωνάζουν
κι' εξοικειώνεσαι με τη ζωή που ζουν τα τέρατα,
κι' αρχίζει το ασύμβατο να συμβιβάζεται
και το απαράδεχτο να μοιάζει βολικό
κι' αρχίζει η αλήθεια μέσα σου να σώνεται και να 'ρχεται το ψέμα
σιγά σιγά,
όπως η μερα γίνεται σκοτάδι,
όπως το καλοκαίρι γίνεται χειμώνας.

Αλίμονό σου όταν το δύσκολο σου γίνει βαρετό

κι αβέρτα ρίχνεις δίκιο στους άδικους κι αρχινάς ν' ανακαλύπτεις
σοφίες κι ομορφιές μες τα  ξεράσματα της πλήξης,
ιδανικά μες το βυθό της αηδίας
και λές, και λές, και λές...
Όταν πιά δεν σου φαίνονται και τόσο δύσκολα τα πράγματασ
η ζωή, ο έρωτας, ο ύπνος,
όταν τριγύρω μαχαιρώνουνε τη Νύχτα
και οι λόφοι στηθοδέρνονται,
όταν παχύνουνε τα χείλια σου τόσο πολύ, που να μπορούν να πουν: "Κατέστης ευτυχής, αλοίμονό σου".

Γιατί όλοι αυτοί, που σε τριγύριζαν,

γιατί όλοι αυτοί που πριν σε χάϊδευαν,
άλλα γυρεύουν τώρα, άλλα απαιτούν.
τώρα σε θέλουν τέλεια δικό τους.
Γιατί αυτοί, που απ' την αρχή καλά τους ήξερες,
τώρα περνούν τα σύνορα,
γιατί η λεηλασία σου άρχισε - και τώρα τι θα κάνεις, τι θα κάνεις,
τώρα, που πιά δε μένει παρά ένα βήμα ακόμα μοναχά, για να συρθείς και να συνάψεις
τη συμμαχία που σου ζητούν,
την τρομερή κι΄επαίσχυντη και μάταιη συμμαχία με το θάνατο;*



*Λεηλασία, Βύρων Λεοντάρης




14.4.15

Devil is in the Details. Στην Αικατερίνη την Α' (πράξη πρώτη)

..Σχεδόν τελετουργικά. Πολύ λεπτά. Θα τα κόβεις όλα πολύ λεπτά. Σε χιλιοστά θα ήταν περίπου τρία επί τρία, το πολύ πέντε επί πέντε. Με το μάτι; περίπου το μισό από το μικρό νύχι ενός μωρού.
Μόνο έτσι. Έτσι το έκανε η δική της μαμά όπως το έμαθε στην Προύσα, έτσι το έμαθε στη δική της κόρη, και στο γιό της, γιατί όλοι βοηθούσαν σ' αυτή τη διαδικασία, κι' όταν μπήκα κι εγώ στην οικογένεια, το έδειξε και σε 'μένα. Και το κράτησα, το ένα από τα τρία πολύτιμα πράγματα που μου έμαθε, τήρησα τη διαδικασία απαράλλαχτη, σε πείσμα όσων μου έλεγαν "έλα τώρα που κάθεσαι και παιδεύεσαι με τις ώρες", γιατί αυτή η λεπτομέρεια, αυτό, το να κόψεις τη συκωταριά στη μαγειρίτσα σε μέγεθος απειροελάχιστο, ήταν αυτό που έκανε κάθε χρόνο τη δική μου μαγειρίτσα να είναι η καλύτερη, η πιό νόστιμη, ακόμη και γι αυτούς που λέγανε  'εμένα δεν μου άρεσε ποτέ η μαγειρίτσα'.
Devil is in the details, και στο δικό μου χέρι φυσικά, οφείλω να παινέψω κι εμένα, που πήρα το πολύ καλό και το εξύψωσα στην τελειότητα και η μετριοφροσύνη δεν ήταν ποτέ στις αρετές μου, όμως αυτό εδώ δεν ήθελα να το γράψω για μένα, αλλά για την Καίτη (την πρώτη Καίτη), για την οποία ίσως να μην ήμουν η ιδανική νύφη, πολύ ανεξάρτητη, πολύ στον κόσμο μου, πολύ στον δικό μας κόσμο, αλλά, χρόνια μετά, νιώθω ότι της το χρωστάω. Αυτό, One out of three....

10.4.15

Σε εισαγωγικά

Απόγευμα Μεγάλης Πέμπτης, κατηφορίζοντας την οδό Περικλέους στο κέντρο.
Στ' αριστερά μου, ένα (jesus) Nail Bar. Ξέρετε: αυτό που πάμε εμείς και φτιάχνουμε τα νύχια μας ή μάλλον μας φτιάχνουν τα νύχια, για να μπορούμε μετά να:
α) έχουμε μια καλή δικαιολογία να αποφύγουμε μια νύχτα/μέρα/ώρα πάθους - σιγά μη χαλάσουμε τα όμορφα νύχια μας γδέρνοντας την πλάτη σας..
β)  θέλουμε μια αλλοδαπή (και εννοείται παράνομη, από αυτές που κατά τα άλλα μας ενοχλεί "που ήρθαν στη χώρα μας κα μας πήραν τις δουλειές", και "αχ! πως έχει αυξηθεί η εγκληματικότητα" και "δεν ακούς πιά Ελληνικά στο δρόμο") για να κάνει τα ταπεινά καθημερινά πλύσιμο σφουγγάρισμα μαγείρεμα...
γ) έχουμε θέμα συζήτησης με τις φίλες μας για το πόσο χρόνο μας πήρε να κάνουμε κάτι τόοσο πρωτότυπο... και λοιπά και λοιπά.
Σε αυτό λοιπόν το εκτροφείο ομορφιάς και ματαιοδοξίας, ξανθιά "κυρία", θέρτισάμθινγκ. Το ένα χέρι στο μπωλ. Το άλλο χέρι νωχελικά και επειδικτικά ακουμπισμένο μπροστά στην "κοπέλλα" (έτσι τις λένε, κοπέλλα, όχι κυρία, όχι η υπάλληλος, όχι με τ' όνομά της, απλά η "κοπέλλα") για να της περάσει το χρώμα που προτείνουν οι "ειδικοί" για την "άνοιξη-καλοκαίρι 2015". 
Και απέναντί της, η "κοπέλλα", ωσάν θαυματουργός με το ένα χέρι να προσπαθεί να κάνει τη δουλειά της και με το άλλο, να κρατά ευλαβικά το κινητό στο αυτί της "κυρίας" για να μπορεί η "κυρία" να μιλάει με την άνεσή της και χωρίς τον κίνδυνο να χαλάσει αυτό που με τόσο "κόπο" έστησε. Δέκα λεπτά. Έχασα δέκα λεπτά από τη ζωή μου, για να δω πόσο θα διαρκούσε αυτή η σκηνή και τα δέκα λεπτά δεν έφτασαν.
Κι ήθελα να μπω μέσα να της ψιθυρίσω στο αυτί, δεν είσα δούλα, δεν έχεις καμμιά υποχρέωση να το κάνεις, αν η κλώσσα φοβάται μη χαλάσει τα νύχια της ας μη μλήσει στο αιφον, και μετά σκέφτηκα ότι αυτό καθόλου δεν θα άρεσε στην μαντάμ παύλα τσατσα του σαλόν ντε μπωτέ παύλα ναιηλ μπαρ παυλα όλες οι χαζές χωράνε και ότι θα έβρισκε άλλη "κοπέλλα" πρόθυμη να κρατάει τα σμαρτφονς για να κουτσομπολεύουν άπασαι αι  κλώσσαι, και μη βρεθεί κανείς να μου πει καλά, εσύ, δεν έχεις φτιάξει ποτά τα νύχια σου σε μανικιουρίστα, ναιβεβαίως θα απαντήσω, ας είναι καλά η κυρία Μάρθα, Κυρία, και όχι κοπέλλα, μου τα φτιάχνει , και μετά, καταπατάω και το (α) γιατί ποτέ δεν ήμουν ανηδονική, και το (β) γιατί έχουμε και πιάτα να πλύνωμεν και εκπληκτική σπανακόπιττα για Το αγόρι να φτιάξωμεν και το (γ) γιατί με τις φίλες μου μπορούμε να μιλάμε και για χίλια άλλα πράγματα.... και στο κάτω κάτω η κυρία Μάρθα μπορεί να προσέξει το πόσο λεπτοδουλειά έχουν οι Ναπολεόντειες που φτιάχνεις με τόση αφοσίωση...
Ουφ!!!














7.4.15

Σιωπές...






Κοιτάζει μέσα απ' τις χαραμάδες στα κλεφτά, μέσα απ' τις ρωγμές του χρόνου που κύλισε....
Θέλει να κάνει ένα βήμα μπροστά, κοντοστέκεται. Ίσως και να  δειλιάζει...
Πέρασε τόσος καιρός στη σιωπή, μια σιωπή που μόνο σιωπή δεν ήταν....
Ήχοι παντού. Μουσικές, τραγούδια, εμβατήρια, φωνές: του διπλανού, του συγχωριανού, του αγανακτισμένου, του φοβισμένου, κι ύστερα δειλά δειλά του ανακουφισμένου.
Ψίθυροι. Λόγια αγάπης, ανάσες ηδονής, κραυγές που μετά βίας συγκρατήθηκαν. 
Η φωνή του μικρού Gavroche. Άτολμα, άτσαλα, μαγευτικά, μια φωνή που αποκαλύπτεται μόνο σε λίγους κι εκλεκτούς, ένα σαρκαστικό μωρουδίστικο γέλιο, Ντύο. Μόνοχ.
Χρώματα. Σαν να κοιτάζει μέσα από ένα καλειδοσκόπιο, χιλιάδες χρώματα, χιλιάδες αποχρώσεις, όχι χιλιάδες:όλες.
Σ' ένα κόσμο που τα τελευταία χρόνια έβλεπε μόνο αποχρώσεις του γκρίζου, αυτή, η Επονίνη του millennium, έτοιμη να σταθεί μπροστά του και να δεχτεί τη σφαίρα που προορίζεται γι' αυτόν, αυτή,  περιτριγυρίζεται από χρώματα...

Αμηχανία. Πέρασε τόσος καιρός... πρέπει να βρει την άκρη του κουβαριού και να το τυλίξει ανάποδα, να γυρίσει πίσω και ν' αρχίσει από 'κει που έμεινε...


The white ducks fly on past the sun

Their wings flash silver at the moon
While waters rush down the mountain tongue
My organs play a circus tune.
I dance to the wonder of your feet
And sing to the joy of your knees.

...Ο Γαβριάς, ο Ενζολωράς, ό ένας είναι αυτός που πρέπει να ξεφύγει, ο άλλος είναι αυτός που θα του απλώσει το χέρι, που θα του δείξει το δρόμο...


Κι αυτή.... αυτή ισορροπεί μέ το ένα πόδι στην ανάλγητη καθημερινότητα και το άλλο σ' ένα κόσμο που κουβαλούσε μέσα σ' ένα παλιό μαύρο μεταλλικό μαγικό κουτί, όχι, όχι κατάμαυρο, κοριτσάκι ήταν, είχε μικρά μικρά σχέδια από σμάλτο, και χωρούσε όλα όσα ήθελε κι όλα όσα χρειαζόταν. Όλα. Όσα.


Βούιζαν στ' αυτιά της τα λόγια του Σικελιανού: 

"Καλή η ελπίδα για όσους είναι ξαπλωμένοι
Καλό και τ' όνειρο για 'κείνους που κοιμούνται"...

Κι αποφάσισε πως πρέπει να βουτήξει.

Και βούτηξε.
Βαθιά μέσα στην κοιλιά του Λεβιάθαν, σχεδόν μόνη, σχεδόν πολυαγαπημένη, σχεδόν τρομαγμένη, σχεδόν ατρόμητη, σχεδόν κορίτσι, σχεδόν γυναίκα, ψέμματα λέω, το σχεδόν δεν παίζει γι αυτή, το λίγο δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο το όλα, το πολύ, το "μέχρι το τέλος".









24.9.13

Dans sa Hotte





1967. Αυτός, ήταν στα 13. Ένα αγόρι που μεγάλωνε στον Κόκκινο Μύλο. Λούμπεν προλεταριάτο και φτώχια καταραμένη.

1967. Αυτή, ήταν στα 6. Ένα κορίτσι που μεγάλωνε στο Παλαιό Φάληρο, στην οδό Παρθενώνος και το μπαλκόνι της έβλεπε τη θάλασσα. Όχι, δεν ήξερε τι θα πει λούμπεν προλεταριάτο και θα πέρναγαν πολλά χρόνια πριν να μάθει και τι σημαίνει φτώχια καταραμένη.

Donne-moi ta menotte
Viens tout contre moi
J'ai au fond de ma hotte
Un grand amour pour toi
J'ai dansé la gavotte
Par monts et par bois
Mais je vendrais mes bottes
Pour rester près de toi

Την ίδια χρονιά το άκουσαν κι οι δύο. Μόνο που αυτός, το άκουγε στο τρανζιστοράκι του κι ένιωθε τα πρώτα σκιρτήματα για την Ευτυχία ή Ευγενία και στενοχωριέμαι που δεν θυμάμαι πως ακριβώς έλεγαν τον πρώτο σου έρωτα – αυτή το άκουγε στο πικάπ της γιαγιάς και του παππού, γαλλοτραφείς γαρ και οι δίσκοι του Adamo δεν έλειπαν από τη δισκοθήκη τους. Φυσικά αυτή δεν του έδωσε και τόση σημασία τότε, φαντάζομαι η θεία Λένα θα ήταν πιο αγαπημένη. Α, ναι, και δεν ένιωθε ακόμη σκιρτήματα.


1974. Οι Residents έβγαλαν το πρώτο τους album, ο J J Cale είχε τα same old blues, οι Blue Oyster Cult κυκλοφόρησαν το Secret Treaties, o Dylan και οι Band κάνουν το Before The Flood και ο Greil Marcus γράφει «…the music touched rock and roll at its limits»

Περπατούσαν πιά  κάποιες φορές, στους ίδιους δρόμους.

Αυτός ήταν πάντα το αγόρι απ’ τον Κόκκινο Μύλο, διωγμένο απ’ το παλιό του γυμνάσιο για κάποια ηλίθια απείθεια προς τις «αρχές»
Αυτή, θα τη λέμε πιά το κορίτσι απ’ τη Γλυφάδα, η βεράντα της δεν έβλεπε τη  θάλασσα αλλά ένα κήπο γεμάτο τριανταφυλλιές.

Στο κέντρο, που ήταν σχεδόν το δεύτερο σπίτι της, αυτός κατέβαινε κι έψαχνε δίσκους. Pop eleven, Κύκλος, ήταν μια ανάσα απ’ αυτήν.
Αυτή, τότε ήξερε λιγότερα και πήγαινε στο Music Box. 
Πολλά χρόνια αργότερα θα άκουγε πως οι κόπιες του είχαν τον χειρότερο ήχο, αλλά της άρεσε που μπορούσε να βάζει τα ακουστικά και να ακούει τα δείγματα. 
Τώρα, στον αιώνα των gadgets φαντάζομαι πως αυτό δεν εντυπωσιάζει κανένα, αλλά τότε, στα 13 της, της φαινόταν τόσο παράξενο…

Και όχι, δεν άκουγε BOC, ούτε Dylan, χάζευε τα εξώφυλλα της Deutsche Grammophon και πρωτογνώριζε τον Jacques Brel. Μέχρι εκεί, και μη ζητάτε πολλά από ένα κορίτσι, έστω αγοροκόριτσο, έφηβη στη δεκαετία του 70.

Άραγε συναντήθηκαν ποτέ; Βρέθηκαν δίπλα δίπλα να προσπερνάνε εξώφυλλα. Δύσκολο. Ακόμη και στον Πάλλη πήγαιναν σε διαφορετικά sections, τυρόπιτες ψώνιζαν από διαφορετικά μέρη, εξάλλου αυτός ήταν ένας όμορφος εικοσάχρονος και βάλε, αυτή ήταν ένα ασχημόπαπο που ακόμη δεν είχε ανοίξει τα φτερά του, όμως, θυμάται, που το αγόρι που ονειρευόταν ήταν κάπως έτσι. Με μακριές, αναρχικές μπούκλες και όμορφα χείλη.

Κοινότυπα όσο ποτέ, ο χρόνος έσβησε απ’ το μυαλό της το αγόρι των ονείρων της. Τις μπούκλες, το χαμόγελο, το νωχελικά γερμένο σώμα, τα μακριά λεπτά δάκτυλα που έπαιζαν στο ρυθμό της passacaglia….

‘Ανω τελεία.

Viens que je te dorlote
Suis-moi ma mignonne
Laisse que les bigotes
D'horreur carillonnent
Je serais Don Quichotte
Je ne craindrais personne
Je te mets dans ma hotte
Et que Dieu me pardonne
Je te mets dans ma hotte

Et que Dieu me pardonne

24.7.13

Can't find my way home....




...dazzed and confused. 
Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του Jake Holmes 
" I never took acid. I smoked grass and tripped on it, but I never took acid.I was afraid to take it. 
The song's about a girl who hadn't decided whether she wants to stay with me or not.
It's pretty much one of those love songs.... ", 
τα οποία σχεδόν καμμία σχέση δεν έχουν με το τι συνέβη αυτό το διάστημα του ενός χρόνου και 40 ημερών που μεσολάβησαν από την τελευταία μου ανάρτηση. Ας κρατήσω μόνο το "a girl who hadn't decided whether she wants to stay with me or not", γιατί πραγματικά δεν είχα αποφασίσει αν θέλω να συνεχίσω να γράφω... 
Μετά, συνέβησαν και δύο "πυρηνικές εκρήξεις". 
Ένα χρόνο και σαράντα μέρες μετά,  τα πάντα είναι τελείως διαφορετικά.
Και τελικά, αυτή εδώ η gazza ladra περιέχει ένα κομμάτι της ζωής μου, των σκέψεών μου, των όσων επιστρέφουν στη μνήμη μου...
Της χρωστάω κάτι περισσότερο από το να της γυρίσω απλά την πλάτη και να την αγνοήσω.



ΥΓ. Αγαπητή Φ., είσαι πολύ συχνά στο μυαλό μου. Θα επανορθώσω σύντομα.

14.6.12

Α day in her life...



 Άραγε το μικρό  Bedonkohe Apache κοριτσάκι,μεταμορφώθηκε σε SnowWhite? 
ή είναι ακόμα ένα άγριο γατί, άλλοτε χαδιάρικο κι άλλοτε έτοιμο να σε γρατζουνίσει;
Μήπως είναι όλα αυτά μαζί; Qui sait?
Και πως να είναι άραγε μια τυχαία μέρα στη ζωή του?
χωρίς πολλά λόγια, διότι τα λέει όλα η μουσική.

Πως είναι μια μέρα στη ζωή της Χιονάτης; ή τουλάχιστον πως ήταν μέχρι τώρα...
Για τις επόμενες, κανείς δεν μπορεί να ξέρει, διότι κυριαρχεί η αβεβαιότητα (για όλους φαντάζομαι)- αν και αυτό μπορούμε να το παλέψουμε, μπορούμε ακόμα να κυνηγήσουμε το όνειρό μας, δυό μέρες έμειναν.

Για την καλή διαδικτυακή μου φίλη Summertime Blues που μερικές Τετάρτες δεν προλαβαίνει να είναι εκεί και μου ζητάει να βρω τρόπο να τις ακούει και μετά..
Λοιπόν, ο μόνος τρόπος που ξέρω είναι να τις αποτυπώσω:
εδώ την χθεσινή Χιονάτη με τις 8 νότες
κι εδώ της προηγούμενης Τετάρτης, έτσι όπως ξεκίνησε να αφηγείται το μακρύ ταξίδι του Χανς Κάστορπ...


13.5.12

Όλα τριγύρω αλλάζουνε, όλα τα ίδια μένουν

Τι απέγινε το κορίτσι που έκανε μακροβούτια;
Μα... μεγάλωσε φυσικά, κι έπρεπε να κάνει το καθήκον της και να πάει να ψηφίσει.
Είναι παράξενο το πως μπορείς να ορίσεις σαν τόπο σου έναν τόπο με τον οποίο δεν έχεις καμμία σχέση "αίματος", έχεις όμως αναμνήσεις.
Ίσω να φταίει ότι ο τόπος σου είναι μακριά, ποιός τρέχει τώρα στην Κέρκυρα ή την Αμοργό...
Ίσως να φταίει ότι δεν μπορείς να ξεχάσεις το μακροβούτι.
Ή, απλά, ότι είναι μόνο μια ώρα δρόμος....
Και νοιώθει ασφαλής εκεί. με το που βγαίνει απ το φέρυ...Τρία βήματα τη χωρίζουν...



Δεν είναι κανένας σπουδαίος τόπος. Και δεν έχει περάσει καν τα περισσότερα καλοκαίρια της εκεί.
Είναι όμως γεμάτος Στιγμές. Και Πρόσωπα. 
Και τώρα που τα πρόσωπα έχουν αρχίσει να φεύγουν, φεύγουν αλλά δεν ξεθωριάζουν, νιώθει πως πρέπει να τα γράψει αυτά, πρέπει να μείνουν οι εικόνες για όταν θα έχουν πιά όλα αλλάξει.
Σαν ένα παραμύθι για τον Α....
Κάπου υπάρχει η παραπάνω εικόνα, ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ο κόσμος στην έρημη τώρα παραλία δεν ήταν ποτέ πολύς, εμείς κι εμείς, το "Σόϊ", δυό τρία παιδιά απ' τα γύρω σπίτια, έτσι είναι και τώρα.
Μόνο που στο βάθος, δεν ήταν τα φέρυ που αράζανε περιμένοντας την επόμενη βάρδια, αλλά ψαροκάϊκα, θυμάσαι;
Αυτά που ήθελες να φτάσεις με το μακροβούτι, με μιαν ανάσα.


 Από δω ξεκίναγε το μακροβούτι.
"Παραβγαίνουμε";
"ναι μπαμπά, μέχρι την ξέρα"
ήξερε πως ήταν η μεγάλη χαμένη πάντα, ποτέ δεν τον πέρασε, ποτέ δεν έφτασε μέχρι τα καΐκια.
Ε, και; το παιχνίδι μετρούσε, σ' αυτό ήταν η χαϊδεμένη του μπαμπά . ή μήπως είμαι άδικη;
Κι η "μικρή" ήταν αγοροκόριτσο. Ίσως και να έκανε καλύτερα μακροβούτια, μόνο που αυτό δεν έχει καμμιά σημασία, μαζί βουτούσαν, μαζί ματώνανε τα γόνατά τους με τα ποδήλατα, μεγαλώνοντας μαζί πηγαίνανε στο "νησί" για χορό τα βράδια, μα πριν μεγαλώσουν ήταν εδώ τα καλοκαίρια κι ακούγανε ιστορίες για το βραχάκι της θείας της Κάκιας και πως έγινε η "πισίνα"




ναι, ήταν μεγάλη οικογένεια, θείοι, θείες, πρωτοξάδελφα, δευτεροξάδελφα, μπερδευόταν και λιγάκι, η θεία Κάκια πρέπει να ήταν από αυτές τις προγιαγιάδες που πρωτόφθασαν εδώ, αρχές του προηγούμενου αιώνα, τότε που (υποθέτω) οι κυρίες δεν κολυμπούσαν, της έβαλαν λοιπόν το βραχάκι στο βάθος δίπλα στον αυτοσχέδιο μώλο για να κάθεται και να βρέχει τα πόδια της...
Κι επειδή σ' αυτήν την μεγάλη οικογένεια τα παιδιά είχαν πάντα τον πρωταγωνιστικό ρόλο, οι παππούδες, ή, για να ακριβολογώ οι προ-προπαππούδες, σκάρωσαν κι αυτήν την αυτοσχέδια πισίνα, έτσι "για να κολυμπανε τα μικρά χωρίς να φοβόμαστε" όπως θυμάται ο Αντωνάκης από ιστορίες που φθάνουν από στόμα σε στόμα...
Εδώ, σ' αυτήν την πισίνα



 ίσως όχι αυτό το καλοκαίρι, το άλλο όμως σίγουρα, θα σου δείξει πως να κάνεις τα χέρια σου φωλιά και να πιάνεις τις γαριδούλες, θα δεις τα καβούρια, θα κλάψεις για πρώτη φορά απ' το αλμυρό νερό που θα μπει στα μάτια σου, έτσι έκαναν όλοι......
Και θ' ακούς ιστορίες. Πολλές ιστορίες, για γέλια και για περισσότερα γέλια, πάντα γελάς όταν είσαι παιδί. Αγαπημένο θέμα; Οι "θείες". Ναι, αυτές οι θείες με τα ψάθινα καπέλα, δεμένα με ένα πολύχρωμο μαντήλι στο κεφάλι τους, τα μαύρα μαγιώ που έμπαιναν πάντα από την άλλη πλευρά της πισίνας, εκεί που ήταν γεμάτο φύκια που το κορίτσι της ιστορίας τόσο σιχαινόταν,



 οι θείες που δεν κολυμπούσαν, μόνο πήγαιναν όσο πάτωναν και κουνούσαν τα χέρια τους και μιλούσαν ακατάπαυστα.
και πρέπει για την ιστορία να πούμε πως υπήρχαν θείες (και ανήψια) δύο ταχυτήτων, αυτές που μύριζαν παρελθόν και κρέμες από αυτές που θύμιζαν "μαυσωλείο", και θείες όμορφες, δυναμικές, που γελούσαν συνεχώς και χόρευαν τα βράδυα - ok, ok, Τάνγκο και φοξ τροτ, αλλά μην ξεχνάμε πως μιλάμε γιά άλλα χρόνια - αυτές, οι"άλλες" θείες ήταν πάντα απ' τη δική μας μεριά...

Ελάχιστα έχουν αλλάξει οι εικόνες από τότε...
Μόνο που ο Αντωνάκης κοντεύει αισίως τα 90, κάτι που τον αποτρέπει από το να σκαρφαλώσει στον ευκάλυπτο να τον κλαδέψει - για να λέμε την αλήθεια τίποτα δεν μπορεί να τον αποτρέψει παρά οι φωνές των άλλων θείων, αλλιώς δεν το 'χει σε τίποτα να σκαρφαλώσει -  κι έτσι ο αυκάλυπτος δείχνει λίγο παραμελημένος

αλλά δεν τον αποτρέπει από το να φτιάχνει "χαρμάνια" και να τα υπογράφει




και κάπως έτσι κυλά ο καιρός, εκεί, στη δική μας παραλία, χρόνια τώρα.
Τα παιδιά του τότε μεγάλωσαν, μα τα δικά τους παιδιά καταφθάνουν κάθε μέρα με το "πειρατικό", και τρέχουν όλα μαζί στην αυλή του Γ., "θείε, θείε, παγωτό" "θείε, θείε, φράουλες" και θέλω λίγο, έστω και λίγο μικρέ μου, να νιώσεις κι εσύ το άγγιγμα αυτών των στιγμών, να κολυμπήσεις στην πισίνα, να κάνεις εκεί την πρώτη προσπάθεια να καβαλήσεις ποδήλατο χωρίς βοηθητικές, όχι σαν τη δική σου γιαγιά που έμαθε με δάσκαλο ποδηλάτου στην Κώ, Τζίζας Κράϊστ, θα γελάνε και οι πέτρες, να ρίξεις κιούρτο που δεν θα πιάσει τίποτα και κυρίως, να κάνεις το δικό σου μακροβούτι.
Είμαι σίγουρη πως θα περάσεις την ξέρα....
Είμαι σίγουρη....




27.4.12

Χωρίς τίτλο....κλεμμένα λόγια είναι....

"........ Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο την προσωπική του ζωή ως άτομο, αλλά, συνειδητά ή ασυνείδητα, και τη ζωή της εποχής του ή των συγχρόνων του. Και αν ακόμα θεωρούσε τις γενικές και απόλυτες βάσεις της ύπαρξής του απολύτως δεδομένες κα ιαυτονόητες, και αν η ιδέα να τις κρίνει του ήταν τόσο μακρινή, είναι όμως απολύτως πιθανό ότι θα αισθανόταν την ηθική του ευεξία να επηρεάζεται ακαθόριστα από τις ατέλειές τους. Γιατί ο μεμονωμένος άνθρωπος μπορεί να οραματίζεται κάθε λογής προσωπικούς στόχους, σκοπούς, ελπίδες, προοπτικές, από όπου αντλεί την ώθηση για υψηλές προσπάθειες και δραστηριότητα.
Όταν το απρόσωπο που τον περιβάλλει, η εποχή η ίδια, παρά την εξωτερική της ενεργητικότητα στερείται κατά βάσιν στόχων και ελπίδων, εάν του αποκαλύπτεται στα κρυφά ως άπελπις, δίχως προοπτική και εν απορία και εναντιώνει μια κενή σιωπή στο ερώτημα, που τίθεται συνειδητά ή ασυνείδητα, αλλά πάντως κατά κάποιο τρόπο τίθεται, για κάποιο τελικό, περισσότερο από προσωπικό, απόλυτο νόημα κάθε προσπάθειας και δραστηριότητας, τότε, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις πιό πλούσιου ανθρωπισμού, θα είναι σχεδόν αναπότρεπτη κάποια παραλυτική επίδραση αυτής της κατάστασης, η οποίαμέσω του ψυχικού και ηθικού μπορεί να απλωθεί κυριολεκτικά μέχρι το φυσικό και οργανικό τμήμα του ατόμου.
Η διάθεση για σημαντικό έργο, που υπερβαίνει το μέτρο της συνηθισμένης προσφοράς, χωρίς η εποχή να γνωρίζει μια σημαντική απάντηση στο ερώτημα "Γιατί;" προϋποθέτει ή ηθική μοναξιά  και αμεσότητα, η οποία πολύ σπάνια απαντάται, ή πολύ σκληροτράχηλη ζωτικότητα....."

Χθες, ένας από εμάς έπεσε στις ράγες του μετρό. Τα σχόλια που άκουσα αναφορικά με το γεγονός, ήταν "αμάν ρε παιδάκι μου ταλαιπωρία, έπρεπε να κατέβω και να τρέχω με λεωφορεία"..."άργησε το υπηρεσιακό κι εμείς περιμένουμε μέσα στον ήλιο, επειδή κάποιος αποφάσισε να αυτοκτονήσει"... "έφαγα τρομερό πήξιμο στο δρόμο γιατί κάποιος έπεσε μπροστά στο τραίνο".
Αυτά. Αυτά ή παρόμοια.

Αναρωτιέμαι που χάσαμε τη μπάλα. Όπου μπάλα, ο εαυτός μας. Οι αξίες μας.
Από που αντλούμε την δική μας ώθηση για υψηλή προσπάθεια και δραστηριότητα;
Πόσο πολύ μας έχει περιβάλλει το απρόσωπο της εποχής που, σχεδόν έναν αιώνα μετά από την συγγραφή του "Μαγικού Βουνού" από τον Τόμας Μανν αποκαλύπτεται ως εντελώς άπελπις;
Και ποιές είναι οι περιπτώσεις του 'πιό πλούσιου ανθρωπισμού'.
Και οι προϋποθέσεις της τελευταίας παραγράφου; Ποιός, πόσοι μπορούν να αντέξουν την ηθική μοναξιά; Πόσο εύκολα οι μη διαθέτοντες αυτά τα δύο απώλεσαν το τρίτο;
Ή μήπως δεν υπήρχε ποτέ η διάθεση για σημαντικό έργο, γιατί κάπου χάσαμε το πραγματικό νόημα του "σημαντικού έργου";

Το Μαγικό Βουνό είναι ένα έργο άχρονο.
Γραμμένο ανάμεσα στους δύο μεγάλους πολέμους, παγώνει το χρόνο βιωματικά, και βιώνει τον χρόνο συμβολικά, ορίζοντάς τον σαν κάτι που χρησιμοποιούμε για να προσδιορίσουμε την διάρκεια , την ροή και τις εναλλαγές των γεγονότων, πράγμα εντελώς ουτοπικό αφού η στιγμή είναι ήδη παρελθόν.
Άχρονο και διαχρονικό.
Μέσα στις τρεις παραγράφους  που αντέγραψα παραπάνω, χιλιάδες ερωτηματικά ή πιθανές αναλύσεις, μόνο που όλοι μας είμαστε πιά πολύ κουρασμένοι για να αναρωτηθούμε, μόνο που όλοι μας το μόνο που θέλουμε είναι "κάτι για να ξεφύγουμε βρε αδερφέ..."

Δεν ξέρω.... δεν μπορώ να βρω άλλο τρόπο αντίστασης.
Κάποιοι θα πουν αυτόν τον τρόπο παθητικό.
Και οι ενεργητικοί όμως αποδείχτηκαν ακόμα πιό αδύναμοι.
Τουλάχιστον ας κρατήσουμε το μυαλό και την ψυχή μας σε εγρήγορση.


LOUDON WAINWRIGHT III - THE PANIC IS ON χωρίς βίντεο κλιπ, ας βάλει ο καθένας τη δική του μουσική....

What this country is comin’ to
Some would like to know
If they don’t do something by and by
The rich will live and the poor will die
Doggone I mean the panic is on

Can’t get no work can’t draw no pay
Things are gettin’ worser each & every day
Nothin’ to eat no place to sleep
All night long folks are walkin’ the street
Doggone I mean the panic is on

Saw a man this morning walking down the street
No shoes on his feet
You oughta seen the women in their flats
You could hear ’em sayin’ “what kind of man is that?”
Doggone I mean the panic is on

All them landlords done raised the rent
Folks are gettin’ broken and they’re badly bent
Where they gets the dough from goodness knows
But if they don’t produce it in the street they go
Doggone I mean the panic is on

Some play numbers some read your mind
Some got rackets of all kinds
Some are trimmin’ corns off of people’s feet
They got to do something just to make ends meet
Doggone I mean the panic is on

Some women sellin’ apples some sellin’ pie
Sellin gin whiskey and rye
Some are sellin’ socks to support their man
In fact some sellin’ everything they can
Doggone I mean the panic is on

I’ve pawned my clothes I’ve pawned my everything
Pawned my jewlery my watch and ring
Pawned my razor but not my gun
If luck don’t change they’ll be some stealin’ done
Doggone I mean the panic is on

Old prohibition’s ruined everything
That is why I must sing
Here’s one thing I want you all to hear
If they don’t bring back light wine gin and beer
Doggone the panic will be on

24.4.12

make me laugh, make me cry....

Α, τίποτα από τα δυό δεν είναι δύσκολο.
Ευτυχώς ή δυστυχώς....
Το να κλάψω είναι εύκολο. Ευχή και κατάρα που λένε...
Ευχή δεν ξέρω γιατί θα ήταν, κατάρα όμως είναι για μια γυναίκα που στην ουσία σιχαίνεται το κλάμα σαν κατ' εξοχήν "γυναικείο όπλο" και όμως κλαίει τόσο εύκολα, ποτέ όμως χωρίς σοβαρό λόγο.
Απλώς, έχει σημασία το τι εννοεί κανείς σοβαρό λόγο.
Το να γελάσω πάλι, κι αυτό εύκολο είναι... Ευχή και κατάρα που λένε....
Ευχή, διότι αρκούν δυό "καρβουνάκια" για να γελάσω, κατάρα όμως γιατί δεν είναι εύκολο να βρεις σοκολάτες σε ψυγείο μέσα στο κατακαλόκαιρο, κάτι που ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα ανάρτηση βέβαια.

What makes me cry λοιπόν....

Φέτος, πρόσφατα, ήταν τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο. Η ταινία.  Όχι το βιβλίο, όχι το τραγούδι.
Ή μάλλον το τραγούδι στην ταινία. Η ταινία με τον τίτλο του τραγουδιού. Στο τέλος θα μπερδευτώ κι εγώ η ίδια. Είχα καιρό να κλάψω σε ταινία. Μάλλον από τότε που απαγόρευσα στον εαυτό μου να βλέπω ταινίες με ζώα διότι έκλαιγα από τους τίτλους της αρχής ακόμα θεωρώντας ότι κάτι κακό θα συμβεί στο οποιοδήποτε ζωάκι. 
Από τις ταινίες που είδα φέτος, και είδα πολλές και καλές, δύσκολα κάποια θα με έκανε να κλάψω. (Με εξαίρεση ίσως το "midnight in Paris" που ευχαρίστως θα έκλαιγα από απελπισία-αλλά ούτε αυτό έχει σχέση με την παρούσα ανάρτηση βέβαια).
Το "Λιμάνι της Χάβρης" ήταν πολύ ανθρώπινη ταινία, ύμνος στην αξία των ανθρώπινων σχέσεων, το "Ένας Χωρισμός" ισως η καλύτερη φετεινή ταινία, το "Δερμα που κατοικώ" τίποτα λιγότερο απ' ότι θα περίμενε κανείς, μακρυγορώ όμως, ενώ πολύ απλά θέλω να καταλήξω στο ότι δεν θα έκλαιγα σε καμμία από τις παραπάνω, πράγμα αξιοσημείωτο!
Εδώ όμως, έκλαψα. Ναι, παραδέχομαι ότι έκλαψα στη σκηνή που ακουγόταν το τραγούδι.
Μπορεί να έφταιγε  το ότι αυτή είχε πιασμένα τα μαλλιά της σε κοτσίδα, μπορεί να έφταιγε ότι αυτός είχε μούσι ενώ τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να πάφτουν, λέω εγώ τώρα, για να καλύψω την αμηχανία μου....



Έκλαψα και γιατί μου αρέσει το τραγούδι. Πολύ! Πάρα πολύ!
Φυσικά και το έχω στα δικά μου bitter sweets. Σε κόπιες ασφαλείας. Δύο, τρεις, τέσσερεις...


Μα η ταινία δεν ήταν μόνο αυτή η σκηνή.Ήταν γεμάτη συμβολισμούς κι ερωτηματικά. Ερωτηματικά που θα έπρεπε να γεννηθούν σε όλους μας. Ένας κόσμος που σβήνει, ιδανικά που χάνονται, βάσεις, μέχρι πρότινος στέρεες που γκρεμίζονται, και η αιώνια πάλη ανάμεσα στο τι είναι σωστό ή τι είναι θεμιτό, ποιός είναι κατατρεγμένος, ποιός θεωρείται βολεμένος, τι πρέπει να θυσιαστεί ευκολώτερα ή τι είναι ευκολώτερο να θυσιαστεί, καθόλου βαρύγδουπο, αβάσταχτα καθημερινό, κριτικός ταινιών ευτυχώς δεν είμαι αλλά ναι, it made me cry....

Και τι με κάνει να γελάω; να χαμογελάω καλύτερα.....

Μια μικρή Γαλλίς, να πάρει, σιχαίνομαι τη φράση "η μικρή Γαλλίς", αν το διάβαζε αυτό ο Ν. θα καταλάβαινε, η Mina Tindle λοιπόν είναι μια μικρή, αξιολάτρευτη Γαλλιδούλα. 
Που στην πραγματικότητα την λένε Pauline. 
Και που είναι πολύ, μα πάρα πολύ χαριτωμένη όταν τραγουδά στα χνάρια της Cat Power, της Feist, ή της Regina Spektor, ότι  θα λέγαμε alternative folk, με αυτό το ελαφρά διακριτό γαλλικό accent , και τελικά οι Γάλλοι τα καταφέρνουν πολύ καλά σε αυτό το είδος που είναι τόσο μα τόσο μακρυά από τις ρίζες τους αν δεν κάνω κάποιο τραγικό λάθος, πάρτε για παράδειγμα τον Slim Wild Boar & His Forsaken Shadow, ίσως γιατί τους πάει πολύ αυτός ο τόσο ευδιάκριτος, ο τόσο unplugged ήχος μιάς κιθάρας, ενός μπάντζο, και μιας βελούδινης φωνής.
Μιας φωνής που ερωτεύθηκε ο JP Nataf, πρώην frontman των Innocents  κι έκαναν μαζί το Taranta, ίσως πάλι γιατί αν την ακούς χειμώνα σου ζεσταίνει τα βράδυα σου, αν την ακούς καλοκαίρι σε χαιδεύει σαν την αλμύρα που αφήνει η αύρα πάνω στο πρόσωπό σου, Γαλλικά ή Αγγλικά, της αξίζουν τουλάχιστον δυό τραγούδια μεθαύριο, γιατί αυτά δεν τα βρίσκεις εύκολα στο You tube και αν δεν παίξω αυτήν που με κάνει να χαμογελώ, τι στο καλό θα παίξω;


22.4.12

Εαρινές ιώσεις.....

Και τι έμπνευση να έχεις όταν μένεις κρεββατωμένη όλο το Σαββατοκύριακο;
Ένα σωρό σχέδια πάνε περίπατο, και το player ούτε που ανάβει καν, ούτε ένα cd δεν έχεις διάθεση να πιάσεις στα χέρια σου...
Μάλλον, όταν είμαι άρρωστη είναι και οι μόνες στιγμές που δεν ακούω μουσική....
Το χειρότερο είναι η πίεση χρόνου που νιώθω..
Αν η εκπομπή της Τετάρτης δεν σχεδιαστεί σήμερα, δεν θα έχω περιθώριο χρόνου.
Έμπνευση; Σχεδόν μηδενική. Ή ίσως και το αντίθετο. Πολλές μουσικές στο μυαλό μου, τόσο άτακτα σκορπισμένες που δεν μπορώ να τις συμμαζέψω.

Κι όμως, δεν είναι δύσκολο να ξεκινήσω τελικά. Αρκεί μια φωνή.



Never thought that it could be the one face that I'd love
Never thought that I could place that one above the other
But his way of turning on seemed right to me
And I think that he'll make me free

Things that he chooses to put into his mind
Seem to have place his sadness behind him
And if I have to follow it will change the way he is
And with me his sovereignty can be lost by what I give
And if he mentions leaving I can do no more
To make him stay behind an open door

The love that he loses he will find again another way
And I won't be the one to tell him where he must play

When I first met him he was glaring at me
And I think it was black that he was wearing at the time
But he spoke of changes and said come with me
And I was glad to leave

I have heard so many things I never thought I'd feel before
And I won't be through with him until says like a raven

Δεν θα αρχίσω μαζί της. Ούτε θα τελειώσω με αυτήν. Αρκεί όμως για να μου δώσει τη "σπίθα" που χρειαζόμουν.

Μια 28χρονη Γαλλιδούλα, μια σχεδόν σαράντα χρόνια μεγαλύτερη "άτακτη" Αγγλίδα, μια ακόμα μεγαλύτερη Αμερικάνα, ναι, η γνωστή που άφησε τον κιθαρίστα για έναν άλλον, καλύτερο κιθαρίστα, αυτές και άλλες πολλές κυρίες θα έχουν την τιμητική τους την Τετάρτη, κυρίως στο πρώτο μέρος.
Ε, δεν θα τα μαρτυρήσω και όλα.....
Τουλάχιστον δεν έχω πιά άγχος!


17.4.12

Θάλαμος Αερίων....

Το Terezin/Theresienstadt κυκλοφόρησε από την Deutsche Grammophon μόλις το 2007, αλλά ή ιδέα για αυτόν τον δίσκο είχε δημιουργηθεί στην Anne Sofie von Otter πολύ νωρίτερα, το 2000 αν θυμάμαι καλά, όταν της ζητήθηκε να εμφανιστεί στο Διεθνές Φόρουμ για το Ολοκαύτωμα.
Τα τραγούδια που της έδωσαν να παρουσιάσει, προερχόμενα από το Terezin Chamber Music Foundation, θα ήταν αδύνατον να μην αγγίξουν και τις πιο βαθειές πτυχές της ψυχής οποιουδήποτε ανθρώπου. Μελωδικά με έναν υπόκωφο σπαραγμό, τραγικά με μια τρεμοπαίζουσα λάμψη αισιοδοξίας, τρυφερά με μια πολύ καλά καλυμμένη δύναμη ψυχής....
Το Terezin, όπως είναι η Τσέχικη μητρική ονομασία του, ήταν ένα κάστρο που χτίστηκε στα 1780 και ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της Μαρίας Θηρεσίας, μητέρας του Αυτοκράτορα Ιωσήφ ΙΙ, έγινε γνωστό όμως για πολύ πιο ζοφερούς και τραγικούς λόγους. Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου χρησιμοποιήθηκε από τους Ναζί σαν στρατόπεδο συγκέντρωσης. Εκτός από τις χιλιάδες Εβραίων που «φιλοξενήθηκαν» εκεί πριν μεταφερθούν στο Άουσβιτς, άλλες 55.000 περίπου βρήκαν τραγικό θάνατο εκεί, στο Terezin, από την πείνα και τις κακουχίες.
35.000 από αυτούς περίπου ήταν μικρά παιδιά.
Το γεγονός από μόνο του δεν θα μπορούσε να αφήσει κανέναν ασυγκίνητο, όμως το ότι στο Theresienstadt οι Ναζί είχαν συγκεντρώσει την ελίτ του Ιουδαϊκού πολιτισμού, των τεχνών , των επιστημών και των γραμμάτων ήταν το έναυσμα για την Σουηδή mezzo soprano να τιμήσει αυτούς που δημιούργησαν μουσική κάτω από τόσο τραγικές και απάνθρωπες συνθήκες και να επικοινωνήσει το έργο τους.
Χιλιάδες καλλιτέχνες, μουσικοί, συγγραφείς, επιστήμονες, υποχρεώθηκαν στην αρχή να καταπνίξουν κάθε μορφή δημιουργίας και στη συνέχεια, εντελώς κυνικά, στα πλαίσια της χειρότερης μορφής προπαγάνδας και εξαπάτησης του υπόλοιπου κόσμου, ένα βήμα πριν τον θάλαμο αερίων, εξαναγκάστηκαν να κάνουν ακριβώς το αντίθετο, να δημιουργούν και να ψυχαγωγούν συγκρατούμενους και δεσμοφύλακες, παρουσιάζοντας το Terezin σχεδόν σαν ένα ιδανικό θέρετρο: "The third Reich gives the Jews a City"!!
Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο αντιφατική εικόνα από αυτήν ανθρώπων που ζούν στα όρια της εξαθλίωσης, ακροβατούν ανάμεσα στον θάνατο από ασιτία, βασανιστήρια ή τον θάλαμο αερίων και παρ’ όλα αυτά δίνουν την μέγιστη δημιουργικότητά τους σε ένα έργο που αλλιώς θα ήταν απαγορευμένο από τους Εθνικοσοσιαλιστές. Ήταν ίσως και η μοναδική στιγμή ελευθερίας που είχαν από την στιγμή που βρέθηκαν έγκλειστοι εκεί.
Οι συνθέσεις είναι η δική τους μορφή αντίστασης που μπορεί να μην χρησιμοποιεί όπλα, είναι όμως το ίδιο ή και περισσότερο ακραία, διεκδικώντας σε έναν σχεδόν μάταιο αγώνα ενάντια στους διώκτες τους την αθανασία της πολιτιστικής τους κληρονομιάς.
Ο Viktor Ullmann, γράφει τρία Yiddish τραγούδια λίγο πριν οδηγηθεί στο Άουσβιτς.
Το Beryozkele από αυτά, είναι το δέκατο τέταρτο τραγούδι του δίσκου, δίπλα σε τρία υπέροχα σονέτα. Κι όμως, μέσα σε ένα βράδυ, το βράδυ της κατάληψης της Τσεχοσλοβακίας τον Μάρτιο του ’39 ο διεθνώς αναγνωρισμένος συνθέτης γίνεται ένα «κατώτερο πλάσμα, ανάξιο ύπαρξης» και το έργο του εξαφανίζεται…
Ο Hans Krasa – που οδηγήθηκε και εκτελέσθηκε στο Άουσβιτς την ίδια μέρα με τον Ullmann και τον Pavel Haas - γίνεται ένας από τους πιο διάσημους έγκλειστους συνθέτες γράφοντας μια όπερα για παιδιά και μελοποιεί τον Arthur Rimbaud, ο Kurt Gerron «σκηνοθετεί» ένα καμπαρέ σε μουσική του πιανίστα Martin Roman, του δίνει τον τίτλο Carousel και τον ρόλο του καταφυγίου, οδηγώντας τους ακροατές σε ένα ασφαλές καταφύγιο, χαρούμενο και καλά φυλασσόμενο όπως οι παιδικές ψυχές σε έναν ανθρώπινο και ελεύθερο κόσμο…
Όμως η πιο τραγική και ταυτόχρονα ηρωική φιγούρα είναι για τα δικά μου μάτια η Ilse Weber.
Δεν ήταν καν κρατούμενη, ήταν απλώς μια νοσοκόμα εκεί.
Έγραψε πάνω από 50 ποιήματα, τα μελοποίησε και τα τραγουδούσε με την συνοδεία της κιθάρας της κατά τη διάρκεια της βραδυνής της βάρδιας.
Επέλεξε η ίδια να έχει το ίδιο τέλος με τα άρρωστα παιδιά του στρατοπέδου, σε ένα θάλαμο αερίων που θα μπορούσε να έχει πολύ απλά αποφύγει. Αλλά δεν το έκανε.
Το Wiegala, σε έναν άλλο κόσμο θα ήταν ένα υπέροχο νανούρισμα.
Στον κόσμο του μικρού που θα έρθει, θα είναι όντως ένα υπέροχο νανούρισμα.
Τότε όμως, δεν ήταν παρά μια μικρή σταγόνα ομορφιάς ένα βήμα πριν τον θάνατο.


Η Ανάσταση του Χριστού πέρασε.
Η Ανάσταση της πατρίδας μου, της πατρίδας μας, των ψυχών μας, φοβάμαι ότι θα αργήσει πολύ να έρθει. Είμαστε ακόμα στον θάλαμο αερίων μόνο που εδώ ο θάνατος είναι αργός και βασανιστικός και είναι ταυτόχρονα θάνατος αξιών και αξιοπρέπειας.
Ας του αντισταθούμε…..

O δίσκος κυκλοφόρησε το 2007 από την Deutshe Grammophon και μπορεί όποιος ενδιαφέρεται να τον βρεί εδώ:

 Οι στίχοι του Wiegala: 

Wiegala, wiegala, weier,
der Wind spielt auf der Leier.
Er spielt so süß im grünen Ried,
die Nachtigall, die singt ihr Lied.
Wiegala, wiegala, weier,
der Wind spielt auf der Leier.
 
Wiegala, wiegala, werne,
der Mond ist die Lanterne,
er steht am dunklen Himmelszelt
und schaut hernieder auf die Welt.
Wiegala, wiegala, werne,
der Mond ist die Lanterne.
 
Wiegala, wiegala, wille,
wie ist die Welt so stille!
Es stört kein Laut die süße Ruh,
schlaf, mein Kindchen, schlaf auch du.
Wiegala, wiegala, wille,
wie ist die Welt so stille!

Σε ελεύθερη Αγγλική μετάφραση θα μπορούσαν να έιναι κάπως έτσι:
 
Wiegala, wiegala, weier
the wind plays on the lyre
it plays so sweetly in the green reeds
the nightingale sings its song
wiegala, wiegala, weier
the wind plays on the lyre
Wiegala, wiegala, werne
the moon is a lantern
it stands in the darkened firmament
and gazes down on the world
wiegala, wiegala, werne
the moon is a lantern
Wiegala, wiegala, wille
how silent is the world
no sound disturbs the lovely peace
sleep, my little child, sleep too
wiegala, wiegala, wille
how silent is the world